Χρονογράφημα

You Are Here:

Η ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΗ ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΠΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Το χρονογράφημα είναι το είδος του γραπτού λόγου που κινείται μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας. Ο χρονογράφος πρέπει να είναι δημοσιογράφος ή τουλάχιστον να έχει «δημοσιογραφικό μάτι». Παράλληλα πρέπει να είναι λογοτέχνης. «Πρεσβευτή της λογοτεχνίας στη δημοσιογραφία» χαρακτηρίζει το χρονογράφημα ο Σπύρος Μελάς.
Το χρονογράφημα αντλεί και επιλέγει ελεύθερα τα μικρά ή τα μεγάλα θέματά του από την επικαιρότητα, τα οποία τα αναφέρει και τα περιγράφει, διεισδύει μέσα σ’ αυτά, επισημαίνει συνήθως λεπτομέρειες που η σημασία τους δεν έχει ιδιαιτέρως προσεχτεί από το ρεπορτάζ ή την έρευνα και διερευνά βαθύτερα κοινωνικά ή άλλα αίτια του γεγονότος κ.ο.κ. Συνεπώς ο δημοσιογράφος πρέπει να έχει μια ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Το χρονογράφημα όμως δεν είναι επιστημονική πραγματεία ή κοινωνιολογική μελέτη ή ακόμα ενδελεχής ανάλυση. Είναι ένα μικρό σε έκταση κείμενο, έξω από τους κανόνες της γραφής του ρεπορτάζ και της ειδησεογραφίας, που αποβλέπει να διαβαστεί ευχάριστα και άνετα από τον αναγνώστη. Αναφερόμενος στο χρονογράφημα ο Στ. Σκοπετέας γράφει: «Τοποθετημένο, άλλωστε, ανάμεσα στο κύριο άρθρο, τις πολιτικές ειδήσεις και τα τηλεγραφήματα του εξωτερικού, μόνον αυτό εκατόπτριζε τα κοινωνικά και τα πνευματικά, πολλές φορές και τα διεθνή ζητήματα, συχνά με φανερά τα σημεία των νέων τάσεων και ιδεών. Το κοινόν, εκτός από το ότι γινόταν ενήμερο γύρω από σοβαρά θέματα, σύγχρονως φοιτούσε και σ’ ένα είδος φροντιστηρίου, όπου εμάθαινε να τα συζητή, να τα αναλύη και να τα ψυχολογη̃. Αυτή του η διαφωτιστική και μορφωτική αποστολή ημπορεί κάποτε να εζημίωσε, οδηγώντας, ιδίως τους νέους, σε άκαιρους και κακούς προσανατολισμούς».
Η γραφή του χρονογραφήματος πρέπει να είναι ανάλαφρη, χαριτωμένη, εύπεπτη και όχι δυσνόητη για τον αναγνώστη, να είναι κεφάτη και οπωσδήποτε να έχει χιούμορ, το είδος εκείνο δηλαδή της πνευματώδους αφήγησης. Επιδιώκεται ώστε το χρονογράφημα να μην επαναλάβει απλώς την ήδη δημοσιευθείσα είδηση, αλλά να προσφέρει μια βαθύτερη σκέψη πάνω στο «συμβάν» χωρίς τους περιορισμούς μιας επιστημονικής μελέτης ή ενός συγγράμματος. Το ύφος που θα ντύσει τη μεγάλη αλήθεια ή τη διαφυγούσα βαθύτερη σκέψη, πρέπει να είναι εύθυμο, χαριτωμένο, παιχνιδίζον. Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών ο Κ. Ζέγκελης σε ομιλία του είχε παρατηρήσει ότι «το χρονογράφημα αποτελεί το άλας της πνευματικής τροφής της ημέρας». Αλλά, όπως λέει μια ιταλική παροιμία «χωρατεύοντας λέγεται το αληθινό». Γιατί ένα καλό χρονογράφημα μπορεί να «σπάσει κόκαλα» και αφυπνίζει το κριτικό αίσθημα του αναγνώστη. Διαπαιδαγωγεί μέσα από την ψυχαγωγία. Ένα «ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος που παρουσιάζει τόση ιδιομορφία στην Ελλάδα», το χαρακτηρίζει ο Κ. Δημαράς. Θα τολμούσε ακόμη κανείς να πει ότι το χρονογράφημα απετέλεσε τον «Δούρειο Ίππο» της διανόησης, αλλά και σημαντικών πολιτικοκοινωνικών ανατροπών. Τέτοια υπήρξε η δύναμη του.
Το ιδιόμορφο αυτό «δημοσιογραφικό- λογοτεχνικό» είδος, με αυτήν τη μορφή, εμφανίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα στη Γαλλία, αλλά καλλιεργείται επιτυχώς από τα τέλη του αιώνα εκείνου στην Ελλάδα, κυρίως στην Αθήνα. Το αθηναϊκό χρονογράφημα κατέκτησε μια παγκόσμια πρωτοτυπία, καλλιεργήθηκε επιτυχώς εδώ και απέκτησε ελληνική ιθαγένεια. Σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν απαντάται το είδος αυτό έτσι όπως στην Ελλάδα, πλην της Γαλλίας. Και αυτό θα μπορούσε να οφείλεται μάλλον στην ωραιοπάθεια της γαλλικής γλώσσας από τη μια και στον εκπληκτικό πλούτο της ελληνικής από τη άλλη, που επιτρέπει στο χρονογράφημα το γλωσσικό παιχνίδισμα και τη γοητευτική γραφή. Ενθουσιώδης στο χαρακτηρισμό του χρονογραφήματος, ο Π. Ροδοκανάκης το αναφέρει σαν «μια εντύπωση, μια ιδέα, ένα πυροτέχνημα προορισμένο να ανοίξει δια μια στιγμή τους πύρινους κρουνούς του εις τον ουρανό».

 

Ο ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ ΤΙΜΟΣ ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ

Ο Τίμος Μωραϊτίνης αποτελεί την ολοκληρωμένη και γνήσια έκφραση του χρονογράφου. Σε μια αξιόλογη μακροσκελή δίτομη μελέτη για το ελληνικό χρονογράφημα των Διον. Ζακυθηνού, Ε. Παπανούτσο και Ι.Μ Παναγιωτόπουλου, αφού χαρακτηρίζεται ο Τ.Μ. ως «κορυφαίος χρονογράφος» παρατηρείται: «Ο Τίμος Μωραϊτίνης υπήρξε ο πραγματικός χρονογράφος, απλός και απέριττος, με το λεπτό και δεικτικό χιούμορ του, ευφυολόγος, πρίγκιπας του αττικού άλατος».
Στον πρώτο τόμο της μελέτης αυτής και σε επιμέλεια Στ. Σκοπετέα υπάρχει η εξής σημαντική παρατήρηση για τον Μωραϊτίνη: «Επί εξήντα ολόκληρα χρόνια πρόσφερε πλούσια τα δώρα από το αττικόν άλας του πνεύματός του, για να αξιώσει το είδος μια θέση στην περιοχή της λογοτεχνίας». Και συνεχίζει: «Η καθημερινή του στήλη ΑΤΤΙΚΕΣ ΗΜΕΡΕΣ παρουσίασε γνήσια κομμάτια της καθημερινής ζωής, από τα οποία ανάβλυζε πλούσιο το χιούμορ και η αγάπη του προς την ελληνική ομορφιά. Το έμφυτο και πηγαίο πνεύμα του Μωραϊτίνη είχε το αρχαίο μέθυ, που ξεπηδούσε ακράτητο σε κάθε στιγμή».
Ο Τίμος Μωραϊτίνης ξεκινάει από το «Σκρίπ», έφηβος ακόμα, το 1893 και χρονογράφησε για εξήντα χρόνια από τις στήλες των περισσοτέρων αθηναϊκών εφημερίδων, αλλά και του επαρχιακού και του απόδημου Τύπου. Πολλές φορές την ίδια ημέρα έγραφε 5- 7 χρονογραφήματα. Από το ξεκίνημα του καθιερώνεται ως σπουδαίος Χρονογράφος. Το 1896 ξεκινάει η συνεργασία του με το «Εμπρός» του Δημ. Καλαποθάκη. Αργότερα συνεργάζεται με την «Ακρόπολη» του Βλάσση Γαβριηλίδη, της οποίας γίνεται διευθυντής το 1905. Και για μισό αιώνα γράφει το καθημερινό πρωτοσέλιδο χρονογράφημα σε ημερήσιες εφημερίδες και σε περιοδικά. Παράλληλα δημοσιεύει ποιήματά του. Το οξύ και ανήσυχο δημοσιογραφικό του βλέμμα διατρέχει τη ζωή. Και την καταγράφει. Είναι μια εποχή που ήδη έχει θεμελιωθεί γερά από την προηγούμενη γενιά δημιουργών όπως ο Παπαρηγόπουλος, ο Καμπούρογλου, ο Ροϊδης, κ.α. Είναι η εποχή που ακμάζει η Αθήνα και που λίγο ήθελε να εξομοιωθεί με τα μεγάλα πνευματικά κέντρα του κόσμου.
Συνεργάζεται με την «Εστία», την «Καθημερινή», την «Αθηναϊκή», τους «Καιρούς», το «Χρόνο», την «Εφημερίδα» του Κορομηλά, τη «Βραδυνή» κ.α. Το 1912 εκδίδει δική του εφημερίδα τα «Αθηναϊκα Νέα». Η προσπάθεια αυτή ατύχησε λόγω στράτευσής του. Νωρίτερα έχει εκδόσει το περιοδικό «Νίκελ» σε συνεργασία με τον Γ. Πωπ. Το 1925 ξεκινάει η 25ετής συνεργασία του με το «Έθνος» που συνέβαλε αποφασιστικά στον πολλαπλασιασμό της κυκλοφορίας της εφημερίδας. Χαρακτηριστική είναι η αφιέρωση του εκδότη της εφημερίδας Σπ. Νικολόπουλου εκδότη του «Έθνους» πάνω στην αναμνηστική φωτογραφία για τα 20 χρόνια της εφημερίδας: «Προς τον εξυπνότερον Αθηναίον» του γράφει.
Ευθυμογράφος και υψηλής ποιότητας χιουμορίστας έδωσε στο χρονογράφημα – όπως λέει ο Αδαμάντιος Παπαδήμας- «την οριστική του μορφή». Και συνεχίζει ο ίδιος: «Αλλά ο Τίμος Μωραϊτίνης είναι ο μόνος χρονογράφος που καταληστεύτηκε πνευματικά από μερικούς νεότερους ratés(σ.σ αποτυχημένους). Όχι μόνο τα δαντελένια φραστικά του παιχνίδια μεταφερθήκανε σαν clichés φράσεων στις στήλες τους μα και οι ζωντανοί τύποι του, αυτούσιοι, αρπάχτηκαν και πολλοί εσφετερίστηκαν τα έξυπνα ευρήματα του».
Χαρακτηριτικό είναι ότι ο Μωραϊτίνης δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ γι’ αυτήν τη «ληστεία», τουλάχιστον δημοσίως.
Ο χιουμορίστας αυτός που σκόρπιζε το κέφι από το σύνολο του έργου του, ήταν ένας βαθιά πολιτισμένος άνθρωπος, σεμνός, λιγομίλητος, ευρείας μορφώσεως και γνώστης της ανθρώπινης ψυχής. Αυτόν τον προσωπικό του πολιτισμό ο Τίμος Μωραϊτίνης τον μεταφέρει στο χειρόγραφό του και κάνει το Νέστωρα Μάτσα να παρατηρήσει: «Ο Τίμος Μωραϊτίνης στάθηκε μια γνήσια μορφή των γραμμάτων, από τις πιο πολύπλευρες και τις πιο ενδιαφέρουσες που ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου (…) και τα καλλιέργησε με ευγένεια και διακριτικότητα φροντίζοντας πάντα στα κείμενα του να υπάρχει ένας βαθύτερος πολιτισμός, που να εμπλουτίζει με συγκίνηση τον αναγνώστη και να τον ανεβάζει ψηλά».
«Δάσκαλο και πρύτανη του χρονογραφήματος» και ως τον «τελευταίο πιστό» τον αναφέρει ο Παύλος Παλαιολόγος, αλλά και «πρύττανη των ευθυμογράφων μας» τον αποκαλεί ο Δημ. Ψαθάς, «που μας γεμίζει μια ολόκληρη εποχή με το λεπτότατο αττικό άλας και την αβίαστη σάτιρά του».
Ο Τ.Μ αφού συνεργάστηκε με τις περισσότερες εφημερίδες της εποχής, το 1925 συνεργάζεται για μια 25ετία με το «Έθνος» κρατώντας την πρωτοσέλιδη στήλη του χρονογραφήματος κάτω από το γενικό τίτλο «Αττικές Ημέρες», που θα γίνουν «Κάτω από τους ουρανοξύστες» με χρονογραφικές ανταποκρίσεις από τη Νέα Υόρκη (1947- 1949). Σ’ αυτήν τη στήλη είχε ήδη στεγαστεί το καθημερινό αντιφασιστικό και αντιναζιστικό χρονογράφημα του Τ.Μ. κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940.
Δεξιοτέχνης του γραπτού λόγου χρησιμοποιεί τη δημοτική, με ελαφρά, κατά περίπτωση, απόκλιση προς την απλή καθαρεύουσα σε αντίθεση με τα ποιήματά του και τα θεατρικά του βεβαίως, που είναι γραμμένα εξ’ ολοκλήρου στη δημοτική. Η απλή καθαρεύουσα, θεωρεί ο συγγραφέας, ότι προσφέρεται περισσότερο για χιουμοριστική απόδοση. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα με ιδιαίτερη άνεση και γνωρίζει και την παραμικρή της έκφραση και … ιδιοτροπία. Τη χρησιμοποιεί αβίαστα και την έχει εύκολα στην υπηρεσία της πένας του. Δε χρειάζεται να κάνει λεξιθηρία γιατί έχει ευρεία γνώση του ελληνικού λεξιλογίου και ξέρει ακριβώς ποια επιλογή θα κάνει. Η γλώσσα και η γραφή του είναι απλή, μακριά από κάθε λογιοτατισμό ή ιδιωματισμό. Η χρήση της απλής καθαρεύουσας προσφέρεται άνετα ακόμα και στον σημερινό αναγνώστη χωρίς να τον αιφνιδιάζει ή να τον σοκάρει. Η γλωσσική ευελιξία της πένας του, το πλούσιο λεξιλόγιο που κατέχει ο Μωραϊτίνης αλλά και οι κατασταλαγμένες και ολοκληρωμένες ιδέες και νοήματα που έχει, του επιτρέπουν ώστε η γραφή του να είναι απλή και κατανοητή, πράγμα που του το αναγνωρίζει και η Ακαδημία Αθηνών.
Υψηλής αισθητικής ομορφιάς τα κείμενα του Μωραϊτίνη. Εκπροσωπούν μια πολιτιστική Ελλάδα που αγωνιζόταν τότε να πλησιάσει σε παγκόσμιες κορυφές. «Ο,τιδήποτε κι αν έγραφε, ο,τιδήποτε και αν έλεγε ο Τίμος, το έλεγε έξυπνα και με χάριν, ως ο τελευταίος κληρονόμος του γνησίου αττικού άλατος. Και αυτό ακριβώς αφθονεί όχι μόνο εις τα σπινθηροβόλα χρονογραφήματά του, εις τας αλησμονήτους επιθεωρήσεις και κωμωδίας του, αλλά και τα λυρικά του ποιήματα. Όσοι εγνώρισαν από παιδιά τον Μωραϊτίνην και τον κύκλον του, βλέπουν τα σημερινάς Αθήνας και μελαγχολούν», γράφει ο Κύρος Κύρου της «Εστίας». Και ο Δημ. Γιαννουκάκης παρατηρεί: «Ο Τίμος Μωραϊτίνης ανεβίωσε το λεπτό αττικόν πνεύμα και πρωταγωνίστησε στη δημιουργία της νεότερης πνευματικής Ελλάδας».
Μέσα από ένα πραγματικό ρεσιτάλ και καταιγισμό νοημάτων και δαντελωτής χρήσης της γλώσσας, των απροσδόκητων συλλογισμών και των ευφυολογημάτων, υπάρχει σε όλα του τα χρονογραφήματα ένα απρόοπτο τέλος. Έχει προηγηθεί μια αρχή απλή, που σε βάζει αμέσως στο θέμα που θα κυλήσει απρόσκοπτα, έξυπνα, κρατώντας αμείωτο και διαρκώς αυξανόμενο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Σχεδόν όλα τα θέματα των χρονογραφημάτων του Τ.Μ. προέρχονται από την επικαιρότητα της στιγμής. Ωστόσο επιλέγει θέματα που τα περισσότερα αποδεικνύονται σήμερα διαχρονικά και ο σημερινός αναγνώστης αισθάνεται οικείος.
Η πρωτοτυπία και η μοναδικότητα του έργου του και το χιούμορ του επισημαίνονται και από τους άλλους σημαντικούς χρονογράφους της εποχής. «Ο Μωραϊτίνης υπήρξε η απρόσιτος κορυφή του ελληνικού χιούμορ, γράφει ο Παν. Παπαδούκας και προσθέτει: ο μέγας διδάσκαλος των νεοτέρων που η μόνη τους φιλοδοξία ήταν να τον φθάσουν. Έμειναν όμως στη μέση του αγώνος ή τράβηξαν σ’ άλλους δρόμους. Ο Μωραϊτίνης υπήρξε πρωτότυπος και το έργο του έχει αποκλειστική δική του σφραγίδα που δεν σηκώνει μίμησι ή παραποίησι». Και ο Αν. Καραντώνης παρατηρεί: « Είναι η εποχή του Κονδυλάκη, του Ξενόπουλου, του Π. Δημητρακόπουλου που έδωσαν το μεγαλύτερο μέρος του έργου τους, πολλοί μάλιστα και ολόκληρο, μέσα από τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών (ακόμα και ο Παλαμάς σε αρκετές πλευρές της συγγραφικής του δραστηριότητας). Και ο Μωραϊτίνης ανήκει σε αυτούς».
Εν κατακλείδι ο Κωνσταντίνος Πώπ (1813- 1878) και ο Ιωάννης Κονδυλάκης (1861- 1920) μπορεί να θεωρηθούν, χρονολογικά, ως πρόδρομος και πατέρας, αντίστοιχα, του χρονογραφήματος. Ο δε Τίμος Μωραϊτίνης ως ο διαμορφωτής και δημιουργός του σημερινού είδους (Α. Καραντώνης) και « αυτός που του έδωσε την οριστική μορφή του» (Αδ. Παπαδήμας), αναγωρευθείς ομόφωνα ως κορυφαίος χρονογράφος.
 

 

ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ Ο ΤΙΜΟΣ ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ

 Ο ορισμός του «Χιούμορ» (αγγλικά humor, γαλλικά humeur και λατινικά (h)umor) προσδιορίζεται από το σχετικό λήμμα σαν «η σύλληψη της ζωής από την κωμική, την εύθυμη πλευρά της, η οποία εκφράζεται στο γραπτό ή προφορικό λόγο με έξυπνο και πνευματώδη τρόπο».
Τα ανέκδοτα ή τα καλαμπούρια μπορούν να περιέχονται μέσα σ’ ένα χιουμοριστικό κείμενο κατά τον ίδιο τρόπο που μπορούν να διανθίσουν ένα «σοβαρό» κείμενο. Το χιούμορ δεν είναι αναγκαίο να καταλήξει σε κάποια από αυτά τα είδη χωρίς βεβαίως ν’ αποκλείεται. Το χιούμορ πρέπει να διέπει κατ’ άξονα το σχετικό γραπτό ή προφορικό κείμενο και κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι η οπτική γωνία της ζωής του χιουμορίστα- κειμενογράφου βλέπει την εύθυμη, την κωμική της πλευρά. Ν’ αποτελεί δηλαδή στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας του. Το υψηλής ποιότητας χιούμορ αποκαλείται και «αττικόν άλας». Πρόκειται για μεταφορική έννοια για να χαρακτηριστεί ένας λόγος λεπτός και ευγενικός, κομψός, πνευματώδης, γεμάτος χάρη και έξυπνος. Η φράση προκύπτει από τον αθηναϊκό πολιτισμό της αρχαιότητας που κάτω από τον αττικό ουρανό, στέγαζε τις «ιδέες» και το «πνεύμα» με ευφυΐα, κομψότητα και χάρη. Οποιαδήποτε διαφορετική εκτίμηση του χιούμορ είναι αδόκιμος, το υποβιβάζει και το νοθεύει.
Για να φτάσει κάποιος ν’ αντικρίζει τη ζωή με σατιρική διάθεση έχει οπωσδήποτε και μια θυμοσοφική τάση και σε εξελιγμένες, σε προχωρημένες περιπτώσεις χιουμορίστα, πρέπει να έχει ευρείες εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, αλλά και ιστορικές και κοινωνικές και, βεβαίως, γνώσεις ψυχολογίας. Και όταν η Αισθητική καλείται να στεφανώσει το έργο ενός χιουμορίστα, τότε είναι που το ταλέντο συναντά τη τελειότητα.
Ο Τιμός Μωραϊτίνης χαρακτηρίστηκε ομόφωνα σαν γνήσιος εκπρόσωπος αυτού του «αττικού άλατος» και βραβεύτηκε- και για αυτό- από την Ακαδημία Αθηνών. Ο μεγάλος αυτός χιουμορίστας «σαγήνευσε- όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ακαδημία- με την πνευματώδη γραφή του το ελληνικό κοινό». Ο Μωραϊτίνης καλλιεργεί επιτυχώς την πιο δύσκολη μορφή του χιούμορ, αποφεύγοντας την ειρωνεία και το σαρκασμό. Τα εύκολα, δηλαδή, στοιχεία, τα ευχερώς καταναλούμενα, που χρησιμοποιούν πολλοί ευθυμογράφοι. Για να σαρκάσει κανείς απαιτείται και κάποια δόση «κακίας». «Και ο Μωραϊτίνης δεν εγνώρισε την κακία. Κατάσταση σχεδόν …παθολογική» γράφει ο Παύλος Παλαιολόγος. Το να «σαγηνεύσει» συνεπώς το ευρύ αυτό κοινό, χωρίς κακίες, ειρωνείες, σαρκασμό κλπ, υπογραμμίζει τη μοναδικότητα και τη δύναμη της πέννας του και την τελειότητα και δεξιοτεχνία στη χρήση του λεπτού χιούμορ. Παράλληλα όμως απαιτείται και ένα κοινό με σχετική συμβατότητα για να «σαγηνευτεί». Συντελούν βέβαια σε αυτό και οι διαμορφούμενες πολιτιστικές και άλλες αντιλήψεις κάθε εποχής.
Οι βωμολοχίες, οι ειρωνικοί διασυρμοί υπολήψεων, οι φτηνές εξυπνάδες, τα καλαμπούρια και οι φάρσες, οπωσδήποτε δεν ανήκουν στην κατηγορία του χιούμορ. Υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ του «πλάκα κάνω» και «χιούμορ κάνω».