Ποίηση

You Are Here:

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Εάν ο Μωραϊτίνης υπήρξε «πρύτανης» του χρονογραφήματος ή «δημιουργός της νεοελληνικής κωμωδίας» πάνω απ΄ όλα ήταν και παρέμεινε ποιητής. Γεννήθηκε ποιητής, πηγαίος, βαθιά λυρικός, μουσικός, γοητευτικός, απλός και φιλοσοφημένος. Δεν είναι εγκεφαλικός ποιητής, αλλά ποιητής της καρδιάς. Και όλο το πολύπλευρο έργο του, το διαπερνά ποιητική πνοή.
Το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής του παραγωγής το δημοσιοποίησε αρκετά αργά και μόνο κατόπιν πίεσης φίλων εκδίδονται δύο ποιητικές συλλογές, «Τα Φθινοπωρινά» και οι «Στίχοι». «Τα Φθινιπωρινά» το 1923 με το ψευδόνυμο «Κάποιος» που περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα στη δεκαετία 1910- 1920 και οι «Στίχοι», έκδοση του 1940, με ποιήματα της δεκαετίας 1920-1930, που περιλαμβάνουν και «Τα Φθινοπωρινα». «Τα Φθινοπωρινά» επανακυκλοφορούν το 1925 με το όνομα πλέον του ποιητή. (Έχουν ήδη εκδοθεί- όντας μαθητής 14 ετών- από τους δασκάλους του, που θαύμαζαν το ταλέντο του, τα ποιητικά του πρωτόλεια με τίτλο «Αφροί και κύματα»). Στα «ΑΠΑΝΤΑ» του περιλαμβάνονται αρκετά ανέκδοτα ποιήματα, μερικά από τα οποία δημοσιεύονται παρακάτω. Η τελευταία ποιητική του προσφορά είναι αυτή της 12ετίας 1940- 1952 και περιλαμβάνει ποίηση του Πολέμου (1940- 41), της Σκλαβιάς (Κατοχής), της Ξενιτιάς (της τριετίας 1947- 49 που βρέθηκε στη Νέα Υόρκη) και τα τελευταία του ποιήματα, από την επιστροφή του δηλαδή το 1949 έως το θάνατο του το 1952.
Ο Τίμος Μωραϊτίνης γράφει και δημοσιεύει ποιήματα σε όλη του τη ζωή σε περιοδικά και εφημερίδες. Επίσης εκατοντάδες- αν όχι χιλιάδες- στιχάκια, στίχοι και ποιήματα γραμμένα με το γνωστό του κέφι κοσμούν τα νούμερα των επιθεωρήσεών του, όλα σε έμμετρο στυλ και αντιλαμβάνεται κανείς τον όγκο της δουλειάς. Μόνο το θρυλικό ΠΑΝΟΡΑΜΑ που παιζόταν για μια ολόκληρη δεκαπενταετία, με εναλλαγές στα σκετς, από το 1908 έως το 1922, περιλαμβάνει αμέτρητους στίχους. Η θαυμαστή ευχέρειά του στο γράψιμο του επέτρεπε μια τεράστια παραγωγή την οποία ούτε ο ίδιος θυμόταν. Το ό,τι δε θυμόταν, αφού σχεδόν δεν κρατούσε αρχείο, είναι και ο λόγος που μεγάλο μέρος του έργου του είναι άγνωστο σήμερα ή τουλάχιστον δυσεύρετο. Είχε μια παθολογική αίσθηση της ελευθερίας και απέφευγε την κάθε είδους δέσμευση. Ακόμη και ενός αρχείου.
Ακολουθεί– και εδώ – με το δικό του στυλ τους μετρικούς κανόνες, αλλά και τη ρίμα, ενώ κάποια ποιήματά του προσεγγίζουν τους κανόνες του σονέτου. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ομοιοκαταληξία και το μέτρο προκύπτουν αβίαστα και χωρίς γλωσσικές περιπλοκές ή λοξοδρομήσεις ή στρεβλώσεις του στίχου. Κανένας στίχος και καμία ομοιοκαταληξία δεν δημιουργούνται «ποιητική αδεία», εκτός από περιπτώσεις που μετριούνται στα δάχτυλα. Η ομοιοκαταληξία στα ποιήματά του προκύπτει τόσο φυσικά που, διαβάζοντάς τα, μπορείς σχεδόν να την αγνοήσεις. Και είναι σαν ο ίδιος να αδιαφορεί για αυτή. Η ομοιοκαταληξία και το μέτρο που χρησιμοποιεί αποτελούν το γοητευτικό περίβλημα των λέξεων, των νοημάτων και της ατμόσφαιρας που δημιουργεί και του επιτρέπουν να δώσει πλαστικότητα στο στίχο. Και πρέπει να υπογραμμιστεί ότι καμία λέξη στα ποιήματά του δεν είναι άσχημη ή κακόηχη. Ο στίχος του είναι μελωδικός, ο λυρισμός του έχει περισσή χάρη και κομψότητα, ενώ η κατάληξη του ποιήματος, όπως σε όλα τα κείμενά του, είναι απρόοπτη και απρόβλεπτη. Τα νοήματά του διατυπώνονται απλά και καθαρά και δεν περιπλέκουν τον αναγνώστη σε  γρίφους. Αυτό που θέλει να πει το λέει ευθέως, απλά και καθαρά χωρίς να διερωτάται ο αναγνώστης «τι θέλει να πει ο ποιητής». Αποφεύγει το πομπώδες ύφος και τους ατέλειωτους δεκαπεντασύλλαβους. Οι στίχοι του είναι κομψοτεχνήματα και αποτελούν ένα ρεσιτάλ λυρισμού, μουσικότητας, γλωσσικής αισθητικής ομορφιάς και φινέτσας. Η απλότητα και η φινέτσα του στίχου του Μωραϊτίνη ακολουθούν την υπόδειξη του Α. Τσέχοφ «Η γλώσσα πρέπει πάντα να έχει την κομψότητα της απλότητας».
Υπογραμμίσιμο σημείο της ποίησής του είναι η γλώσσα. Ο Μωραϊτίνης χρησιμοποιεί τη δημοτική από τα πολύ νεανικά του χρόνια χωρίς ακρότητες, κρατώντας πάντα την ευγένεια και τη μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας που τη χειρίζεται με καθαρότητα και ακρίβεια, χωρίς να καταφεύγει σε βιασμό της και σε λεξιθηρίες για να φανεί «προοδευτικός». Και η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι αυτή που χρησιμοποιείται σήμερα, με ελάχιστες γραμματικές διαφορές. Ποιήματα και κείμενά του γραμμένα στα τέλη του 1800 είναι σα να έχουν γραφεί σήμερα. Δεξιοτέχνης στο χειρισμό της γλώσσας σε όλο του το έργο, κυρίως στο χρονογράφημα, δίνει ρεσιτάλ γλωσσικής δεξιοτεχνίας στην ποίησή του.
Σε δημοσίευμά του, με τίτλο «Ο ΠΟΙΗΤΗΣ», ο Μιχάλης Περάνθης γράφει στην  εφημερίδα «Αθηναϊκή»: «Από προχθές η αττική γη αναπαύει ένα αγαπημένο της τέκνο, που ήξερε να σκεπάζη τη ρομαντική μελαγχολία του με την ευγένεια ενός χαμόγελου και να ντύνη την πληγωμένη ευαισθησία του με τις λάμψεις ενός χιουμοριστικού σπινθηρίσματος. (…) Μα πάνω από όλα ήταν και παρέμεινε ο ποιητής. Ο ευπαθής δέκτης με την άγρυπνη αισθαντικότητα. Ο μοναχικός νοσταλγός με την ευσυγκίνητη μελωδία. Ο λυρικός τροβαδούρος με τον μουσικότατο οίστρο.
Είναι αυτή η ρομαντική λυρική ποιότητα της ιδιοσυγκρασίας του που εξευγένιζε τα χιουμοριστικά του πειράγματα και πρόσδινε την ευδιαθεσία θυμοσοφικής γοητείας στον ήπιο σαρκασμό του, όταν οι εισβολείς της πεζής καθημερινότητας επλήγωναν τη μυστική ρέμβη της ψυχής του.
Ποιητής χωρίς σπουδαστηριακές αναζητήσεις. Ένας μποέμ του ρυθμού που βάδιζε ανάμεσα από τους μετρικούς κανόνες για να τους αναστήση καταπατώντας τους. Με τη αφροντισιά ωδικού πτηνού. Με το περίσσευμα της καρδιάς του. Με τον κραδασμό της ρομαντικής του ειλικρίνειας».
Τα θέματα που περιέχονται στην ποίησή του είναι αυτά της καθημερινής ζωής τα περισσότερα. Ο συμβολισμός και η σημειολογία του είναι σαφείς και κατανοούνται άμεσα. Όπως άμεσα κατανοούνται τα νοήματα των περισσοτέρων ποιητών της εποχής (Πορφύρας, Πολέμης, Καρυωτάκης, Ουράνης, Βάρναλης, Παλαμάς, Δροσίνης, Καβαδίας, Σεφέρης, κ.α). «Οι ιστορίες του δρόμου» που περιλαμβάνουν θέματα όπως μια ζητιάνα, ένα κουρελή, μια τροτέζα, είναι δείγματα ύψιστου ανθρωπισμού του ποιητή, ενώ οι «Λευκοί Θάνατοι» (ο θάνατος μιας πεταλούδας και ενός πουλιού) αγγίζουν τις πιο ευαίσθητες χορδές του λυρισμού και της αισθαντικότητας. Ο στοχασμός του είναι διάχυτος σε ποιήματα όπως οι «Θεατρίνοι», «Ο Ντορής», «Στον πετεινό», «Φθινόπωρο» κ.α. Αρκετά ποιήματα είναι αφιερωμένα  στην Αθήνα και στην ελληνική φυσική ομορφιά και τα λουλούδια, όπως «Το χωριό», «Φαληρικά βράδυα», «Ο ήλιος», «Βιολέτες», «Απρίλης», «Ο κήπος», «Παληά Αθήνα», «Βροχούλα» κ.α.
Ρομαντική και βαθιά λυρική είναι η ερωτική του ποίηση που κατέχει ένα μεγάλο μέρος του έργου του, ενώ η πατριωτική του είναι σημαντική. Περιγράφει την ελληνική δόξα και τη περιβάλλει με το μεγαλείο που της αρμόζει. Αγκαλιάζει την Ελλάδα, δεν τη χρησιμοποιεί.
Ένα άλλο είδος ποίησής του, που είναι ανεξάρτητο και από τις χρονικές περιόδους και από τα άλλα είδη είναι η σατιρική του ποίηση. Πάντως από κανένα στίχο του ποιητικού του έργου δεν λείπει ο λυρισμός και ο στοχασμός, ενώ η σατιρική του διάθεση «ακουμπάει» και τα πιο μελαγχολικά του ποιήματα.
Το στιχουργικό του ταλέντο ο ποιητής δε το έκρυβε. Έκρυβε όμως πάρα πολλά ποιήματά του, όπως αυτά που εκτυπώθηκαν κατόπιν πίεσης φίλων. Εκατοντάδες άλλοι στίχοι του δημοσιεύτηκαν ή εμπλούτισαν τις επιθεωρήσεις του. Όλα αυτά ήσαν χαριτωμένα στιχουργικά παιχνιδίσματα ή ενθουσιώδη επικά ποιήματα για την Ελλάδα κλπ. Τα «αληθινά» του όμως ποιήματα, λίγα συγκριτικά με το σύνολο της ποιητικής του παραγωγής, αυτά που πρόδιδαν τον ψυχισμό του, τον οποίο έκρυβε επιμελώς, είναι αυτά που με πολλούς ενδοιασμούς δέχθηκε να εκδοθούν και αυτά που τον καθιερώνουν ως ποιητή.
Οι περίοδοι της Ποίησης του Τίμου Μωραϊτίνη θα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε τρείς. Στην Πρώτη περίοδο περιλαμβάνονται τα πολύ νεανικά του ποιήματα, πολλά  γραμμένα σε άπταιστη καθαρεύουσα επηρεασμένος από το ρομαντισμό του Παράσχου και του Παπαρηγόπουλου και υπόσχονται την εξέλιξη του ποιητή. Ο ίδιος πάντως δεν αναγνώριζε αυτήν την περίοδο. Η Δεύτερη περίοδος τον βρίσκει ώριμο και φιλοσοφημένο, ενθουσιώδη στην ομορφιά. Στην Τρίτη περίοδο περιλαμβάνονται τα ποιήματα του πολέμου και της ναζιστικής κατοχής που ο σπαραγμός του ποιητή μεταδίδεται άμεσα στον αναγνώστη, αλλά και τα τελευταία του ποιήματα έως το θάνατο του το 1952. «Οι στίχοι αυτής της περιόδου είναι εμπνευσμένοι από την πιο ταραγμένη εποχή της ανθρωπότητας και όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της ζωής του ποιητή, που ξετυλίγονται μπροστά του και συνταράσσουν βαθειά την ύπαρξη του», γράφει η σύζυγος του και επιμελήτρια του έργου του Μαρία Μωραϊτίνη.

 

Καθώς ο λυρισμός συναντά τον στοχασμό

Καταγεγραμμένος αφορισμός: «Δεν τον ξέρω τον κύριο. Δεν έχω διαβάσει ποιήματά του»! Πράγματι, εάν δεν πρόκειται για ταλαντούχο υποκριτή, ο άνθρωπος που γράφει ποίηση αποκαλύπτεται. Ξεγυμνώνεται. Ξεγυμνώνεται όμως και αυτός που υποκρίνεται. Εκεί, στο στίχο, όσο και να θέλει να κρυφτεί ο ποιητής, του ξεφεύγουν αδυναμίες, βαθύτερα πιστεύω, συναισθήματα, κρυφοί φόβοι και χαρές, ελπίδες και απογοητεύσεις. Εκεί «ο βασιλιάς είναι γυμνός». Και αυτοί ακόμη που πασχίζουν να καλυφθούν ή να καλύψουν αδυναμίες μέσα από την έντεχνη έκφραση της ποίησης, πάλι κάποια ρωγμή θα τους προδώσει.
Ο Τίμος Μωραϊτίνης, ο άνθρωπος που όσο και αν κρατούσε την ιδιωτική του ζωή αλλά και την εσωτερικότητά του, τα συναισθήματά του, αυστηρώς μακριά από τη δημοσιότητα, ακόμη και τις βαθύτερες σκέψεις του, αποκαλύπτεται στην ποίηση του. Ίσως γι’ αυτό και την προφύλαξε για πολύ καιρό προτού τη δημοσιοποιήσει. Έτσι, μέσα από τα ποιήματα του μπορεί να επιχειρηθεί μια επιτυχής προσέγγιση του ψυχισμού και του χαρακτήρα του.  
Διαβάζοντας κανείς την ποίησή του αντικρίζει με έκπληξη ένα διαφορετικό Τίμο από αυτόν των χρονογραφημάτων ή του θεάτρου. Στα χρονογραφήματά του επικρατεί ο ορθολογισμός και η θεοποίηση της κοινής λογικής, ενώ στο θέατρο πρυτανεύει η σάτιρα, ανελέητη πολλές φορές. Κοινά στοιχεία πάντως που διέπουν όλο του το έργο (και το ποιητικό) είναι ο υγιής ρομαντισμός, όχι ο αρρωστημένος, αλλά και το χιούμορ. Το χιούμορ εκείνο που τον ανέδειξε ως «κορυφαίο και γνήσιο εκπρόσωπο του Αττικού Άλατος». Ωστόσο τον ψυχισμό του τον αφήνει να δραπετεύσει μόνο στην ποίηση του.
                                                                            «Κανείς δεν ξέρει κι’ ούτε θα με μάθη
                                                                              Και ας διαβαίνω με τον κόσμο όλο μαζή,
                                                                             Βαθειά μέσ’ στης ψυχής μου έχω τα βάθη
                                                                             Τον άλλον που κλεισμένος πάντα ζη.»
Σε όλο του το έργο επίσης υπάρχει ένας βαθύς ανθρωπισμός. Μέχρι που όμως φθάνει αυτός ο ανθρωπισμός αποκαλύπτεται στην ποίηση του. «Η τροτέζα» κ.α. είναι ενδεικτικά.

Ποιήματα Στίχοι Σελ 25 Τροττέζα

Η μεγάλη όμως αποκάλυψη του ψυχισμού του προβάλλει ανάγλυφα στις φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές προεκτάσεις των ποιημάτων του. Εδώ αποκαλύπτονται τα «πιστεύω» του, πάντοτε όμως μέσα από σατιρική διάθεση.

Πετεινός Τ1 σελ 534 Final

 
 
 
Δημιουργία Τ1 σελ 531 Final
Δημιουργία Τ1 σελ 532 Final
Οι ευαισθησίες που αποτυπώνονται στην ποίηση του αποκαλύπτουν και τις ευαισθησίες της ψυχής του Ποιητή. Ευπαθής δέκτης της ομορφιάς αλλά και του πόνου γύρω του, ο Τίμος Μωραϊτίνης δεν διστάζει να περιγράψει την ομορφιά με ιερότητα θα έλεγε κανείς, αλλά και τον πόνο σαν να τον ένιωθε ο ίδιος, μεταδίδοντας αριστουργηματικά αυτές τις αισθήσεις στον αναγνώστη.
                                                                                                     ΒΙΟΛΕΤΤΕΣ
                                                              «Νυσταγμένες βιολέττες που έχουν γύρει στο πλάι,
                                                                Ονειρεύονται ήλιους μαγεμένους χρυσούς,
                                                                Είνε νύχτα, ο βορηάς που διαβαίνει βογκάει
                                                                Μέσ’ στα ξέπλεκα φύλλα, στους λυμένους κισσούς.»
                                                                …………………………………………………………………………..
                                                               Λευκοί θάνατοι
                                                                                                     ΤΟ ΠΟΥΛΑΚΙ
                                                                  Ένα πουλάκι αρρώστησε μια νύχτα του Γενάρη
                                                                   Και τη ψυχούλα του άφησε πρωί πρωί.
                                                                   Και ο Θεός εμήνυσε στην ανοιξιάτικη πνοή
                                                                    Να ξεκινήση μ’ένα ανθόφυλλο και να την πάρη.
                                                                   Έτσι μαζώχτηκε ο βορηάς και πριν έρθει το δείλι
                                                                    Μέσα στα χιόνια εφύσηξε ο ζέφυρος του Απρίλη.

 

Η αναφορά στον χαρακτήρα- μέσω τον ποιημάτων- του συγγραφέα έγινε και σαν προοίμιο της σημειολογικής προέκτασης του έργου του και κυρίως του ποιητικού.
Οι κοινωνιολογικές επεμβάσεις- παρεμβάσεις κυρίως των ποιημάτων του σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής πλαταίνουν το έργο του και το καθιστούν πολύπλευρο και από αυτήν την άποψη. Τα γραπτά του ασχολούνται με πολλά διαφορετικά μεταξύ τους θέματα. Ανοίγει την αγκαλιά της σκέψης του και των συναισθημάτων του στα πάντα. Ο έρωτας, ο ανθρώπινος πόνος και η αδυναμία, τα κοινωνικά ελαττώματα, ο πόλεμος, η ματαιότητα της ζωής και τόσα άλλα συμβολίζονται, στιγματίζονται ή εξυμνούνται μέσα από ένα αριστουργηματικό γράψιμο.
Ο Τίμος Μωραϊτίνης έχει μια ευρυγώνια αντίληψη των κοινωνικών αλλά και των πολιτικών πραγμάτων, μακριά από ασφυκτικούς κομφορμισμούς και συμβατικότητες, αποσαφηνίζοντας σύμβολα και συμβολισμούς. Το συμπέρασμα, το «άρα» δεν το επιβάλλει στον αναγνώστη, δεν τον υποχρεώνει, δεν τον αναγκάζει να το δεχτεί. Η ασάφεια και ο πειθαναγκασμός είναι εχθροί του ποιητή. Πρόκειται για μια παρέμβαση χωρίς υψωμένο δάχτυλο, χωρίς υπόδειξη, χωρίς αδιέξοδα, όπως συμβαίνει σε πάρα πολλά λογοτεχνικά και ποιητικά κείμενα. Ο ποιητής μιλάει καθαρά, ξεκάθαρα, χωρίς υπονοούμενα.
Δάσκαλος αισθητικής αλλά και κριτικής ευαισθησίας «προσκαλεί» τον αναγνώστη να ατενίσει μαζί του τη θέα μιας πραγματικότητας που αποκαλύπτει βαθύτερα αίτια, αληθινές αιτίες, γυμνές προθέσεις, απογύμνωση της υποκρισίας. Ξεσκεπάζει τα σημεία εκείνα της πραγματικότητας που καλύπτονται συνήθως από τα « κατά συνθήκη ψεύδη», απευθύνεται στο ψυχολογικό ασυνείδητο και αφοπλίζει την υποκρισία από τα επιχειρήματα της.
Με την απλότητα της γραφής του προσφέρει τις θέσεις του με φιλικό τρόπο στον αναγνώστη. Το φιλικό αυτό ύφος του Τίμου Μωραϊτίνη θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν εκλαΐκευση του στοχασμού του, αλλά θα μπορούσε όμως και προσδιορίσει τις ολοκληρωμένες ιδέες του. Αυτή η φιλοσοφία του παραβλέπεται πολλές φορές από απαίδευτο αναγνώστη που παρασύρεται και γοητεύεται από τον λυρισμό του ποιητή, τη δεξιοτεχνία της γραφής του και το γλωσσικό ρεσιτάλ του στίχου του.
Η ευρυμάθεια του Τίμου Μωραϊτίνη και η βαθειά γνώση της ελληνικής γλώσσας, της ετοιμολογίας και της χρήσης των λέξεων που ταιριάζουν με ακρίβεια, όχι μόνο σε αυτό που περιγράφει, αλλά και στο νόημα που θέλει να εκπέμψει, παράλληλα με την λεκτική αισθητική χωρίς να καταφεύγει σε λεξιθηρία, είναι σα να προσφέρει δικαίωση στον Βιενέζο KarlKrausπου διατύπωνε την άποψη ότι η διαφθορά της γλώσσας αντικατοπτρίζει τα ελαττώματα μιας κοινωνίας.
Ο Μωραϊτίνης στο έργο του, πεζό και ποιητικό δεν πήρε πολιτική θέση και γι’ αυτό από πολλούς κρίθηκε ως apolitique. Απολιτικός. Αυτό είναι λάθος. Το ότι δεν εντάχθηκε ή δεν υποστήριξε κάποια ιδεολογία ή δεν εντάχθηκε σε κάποια πολιτική παράταξη, αυτά δεν τον κάνουν απολιτικό. Και σαν άνθρωπος και σαν δημιουργός έχει και εκφράζει μια πολύ πλατύτερη και ευρύτερη πολιτική αντίληψη, πέρα και μακριά από τους περιχαρακωμένους ιδεαλισμούς της εποχής του και πολύ περισσότερο από τις κομματικές δεσμεύσεις. Ο ανθρωπισμός, η έννοια της ελευθερίας, ο πόνος για τους απόκληρους της κοινωνίας, η παγκοσμιότητά του, η αντιπολεμικότητα και η φιλειρηνικότητα του, η κοινωνική δικαιοσύνη είναι διάχυτες έννοιες στο έργο του πέρα και μακριά από τις συμβατικότητες και τα όρια της εφαρμοσμένης πολιτικής.
Ζώντας στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ο Τίμος Μωραϊτίνης αντιστάθηκε και δεν παρασύρθηκε από τα διάφορα, σαρωτικά είναι η αλήθεια, πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα της εποχής του και ακολούθησε τον προσωπικό του ιδεαλισμό. Δεν παγιδεύτηκε σε οποιαδήποτε ιδεολογία και δεν περιόρισε τον νοητικό του ορίζοντα. Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και μουσικοσυνθέτης Χρήστος Χαιρόπουλος ( γιός του αγαπημένου πρώτου εξαδέλφου του Τίμου, Κωστή Χαιρόπουλου, εκδότη του ΧΡΟΝΟΥ που πρωτοστάτησε στην επιλογή του Ελευθερίου Βενιζέλου από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο) γράφει ότι (…….)
Ο στοχασμός του Τίμου Μωραϊτίνη είναι ξεκάθαρος και εμπεριέχει μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Δεν θέτει ερωτήματα. Δίνει απαντήσεις. Συλλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα της ζωής, τα ταξινομεί και καταλήγει σε συμπεράσματα που αιφνιδιάζουν και εκπλήσσουν. Αυτή την τακτική ακολουθεί σε όλο του το έργο. Το απρόοπτο τέλος, το απρόβλεπτο υπάρχει και στα Χρονογραφήματα του και στο Θέατρο και στην Ποίηση του. Σχεδόν όλα έχουν ένα φινάλε εντυπωσιακό, στοχαστικό και κυρίως σατιρικό που σφραγίζει και ολοκληρώνει το κείμενό του.

Ποιήματα

Δημοσιεύονται παρακάτω επιλογές ποιημάτων από τις συλλογές του «Στίχοι» με ποιήματα της δεκαετίας 1920- 1930 και «Τα Φθινοπωρινά» με ποιήματα της δεκαετίας 1910- 1920.

Από τους «Στίχους»

p1p2p3(Σημείωση: Το ποίημα αυτό αναφέρεται στην γνωριμία του με την μετέπειτα σύζυγο του Μαρία Δημητρίου. Επρόκειτο για ένα αμοιβαίο και δυνατό ερωτικό πάθος παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που τους χώριζε)

p4p5p6p7p8p9p10p11p12p13p14