Θέατρο

You Are Here:

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

«Πατέρας της σύγχρονης κωμωδιογραφίας» χαρακτηρίζεται ο Τίμος Μωραϊτίνης από τον ιστορικό του νεοελληνικού θεάτρου καθηγητή Γιάννη Σιδέρη και «δημιουργός της νεοελληνικής κωμωδίας» από τον Παύλο Παλαιολόγο, η δε Ακαδημία Αθηνών τιμώντας τον για το σύνολο του έργου του, τον συγκαταλέγει μεταξύ των συντελεστών της ανάπτυξης των νέων ελληνικών γραμμάτων, παρατηρώντας ότι «Κατόρθωσε να σαγηνεύσει τους αναγνώστας και τους θεατάς των θεατρικών του έργων διδάσκων δια της ελαφράς σατύρας και των ευφυών χαρακτηρισμών των κοιννωνικών ελαττωμάτων, μακράν πάσης σπουδαιοφανείας και ακατανοήτου φιλοσοφίας και δυσνοήτου στιχοπλοκίας».
Δεκάδες κωμωδίες έδωσε ο Τίμος Μωραϊτίνης και μεγάλο αριθμό επιθεωρήσεων. Πρώτο του έργο ήταν «Ο Μαραθώνιος Δρόμος» το 1906 με τους Σαγιώρ, Κυβέλη και Μυράτ στους πρώτους ρόλους στη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου και η επιτυχία υπήρξε μεγάλη. Σύμφωνα με τον ιστορικό του νεοελληνικού θεάτρου Γιάννη Σιδέρη, η επιτυχία ήταν τέτοια ώστε το θέατρο συστηματοποίησε τις απογευματινές του παραστάσεις για να ικανοποιήσει το πλήθος των θεατών. Ας σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη οι απογευματινές ήταν περιστασιακές. Ο δε ευφυολόγος, ιδρυτής και διευθυντής του «Εμπρός» Δημήτρης Καλαποθάκης συγχαίρει τον νεαρότατο τότε συγγραφέα, προειδοποιώντας τον παράλληλα: «Εάν σου εσυγχώρησαν Τίμο την πρώτη σου επιτυχία, δε θα σου …συγχωρήσουν την δεύτερη!».
«Δεν είναι ακόμα τριάντα χρονών-ιστορεί ο Γιώργος Πράτσικας για τον Τίμο, γνωρίζοντας τι σήμαινε αυτή η ηλικία για εκείνη την εποχή- όταν πρωτοεμφανίζεται το 1906 στο θέατρο με τον «Μαραθώνιο Δρόμο» και η κριτική χαιρέτιζε τότε στο πρόσωπο του νεαρού θεατρικού συγγραφέα ένα καινούργιο αστέρι, ένα συγγραφέα σπινθηροβόλο, τσουχτερό, με συγκρατημένη τρυφερότητα στο βάθος και πολύ αβρότητα στο θεατρικό διάλογο».
Οι επόμενες δυο κωμωδίες του είναι «Ο άνθρωπος της ημέρας» το 1907 και «Η πρωθυπουργίνα» το 1908. Έκτοτε κυριάρχησε στο θέατρο σε όλη του τη ζωή, πλουτίζοντας την ελληνική σκηνή με δεκάδες έργα, μερικά εκ των οποίων θεωρούνται κλασικά.
Τα έργα του Τίμου Μωραϊτίνη σημείωναν τεράστια επιτυχία όχι μόνο στους κεντρικούς θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη ή της Κυβέλης και του Βασ. Αργυρόπουλου αλλά και σε μικρούς που τα επαναλάμβαναν. «Αι επαναλήψεις ως γνωστόν- παρατηρεί ο Γιάννης Σιδέρης- αποτελούν την καλυτέραν απόδειξιν της αξίας ενός έργου». Τα έργα του αποτελούσαν «μεγάλο θεατρικό, κοινωνικό και κοσμικό γεγονός» σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής. «Αν υπάρχει κάθε χρόνο ένα θεατρικό γεγονός για τους Αθηναίους, τον τίτλον αυτόν μπορεί χωρίς άλλο να διεκδικήση η βραδυά της Πρώτης του νέου θεατρικού έργου του κ. Τίμου Μωραϊτίνη» γράφει το «Έθνος» στις 4.5.1933.
«Ένα έργο του κ. Μωραϊτίνη είναι πάντοτε θεατρικόν γεγονός για την Αθήνα και αποτελεί όασιν πνεύματος, εις την οποίαν ο διψασμένος για ανώτερο θεατρικό έργο κόσμος τρέχει να δροσισθή. Γι’ αυτό κάθε έργο του κ. Μωραϊτίνη δεν είναι μόνο θεατρικό αλλά και κοσμικό γεγονός». («Βραδυνή» 6.5.1933)
Ο Μωραϊτίνης παραλαμβάνει την  νεοελληνική κωμωδία σε επίπεδα  κωμειδυλλίου και ηθογραφίας και καθιερώνει τη σύγχρονη μορφή της ύστερα από πολυετή σειρά αποτυχημένων προσπαθειών των κωμωδιογράφων της εποχής, που φόβισαν το κοινό και το έκαναν επιφυλακτικό στα ελληνικά έργα. Η πρώτη του επιτυχία το 1906 του ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της ελληνικής Σκηνής επιτρέποντάς του να αγκαλιάσει το θεατρόφιλο κοινό και να αγκαλιαστεί από αυτό προσφέροντας του εκείνο που αποδέχτηκε εξ’ αρχής. Το πνεύμα του. Και δεν το πρόδωσε ποτέ. Χειρίζεται ελεύθερα τα δομικά στοιχεία του θεατρικού είδους, κρεάρισε την φιλοσοφική κωμωδία («Άρχοντας του Κόσμου» και «Αιωνία Ζωή»), έσκυψε πάνω στην καθημερινότητα της ζωής με έντονη σατιρική διάθεση («Το Μοντέρνο σπίτι», «Δακτυλογράφος ζητεί θέσιν» κ.α.), καινοτόμησε ανεβάζοντας τη «φιλολογική» επιθεώρηση, δείγματα της οποίας αποτελούν το «Το Τζιτζίκι» και η «Ιστορία της Αθήνας» και πρωτοτύπησε σκηνικά («Α ΜΠΕ ΣΕ ΝΤΕ», «Επιστροφή των Θεών», «Το Πνεύμα του Αιώνος»,  «Πανόραμα 1915 και 1916» κ.α.). Η κοινωνία του μέλλοντος και η σύστασή της είναι η κεντρική ιδέα μεγάλου μέρους της θεατρικής του παραγωγής. Και σε όλα του τα έργα έχει μια εκπληκτική προφητικότητα που δικαιώνεται μετά από δεκαετίες. Ειδικά για την «Ιστορία της Αθήνας» που ανέβηκε στο θέατρο «Μοντιάλ» του Μακέδου το 1931, σημειώνεται ότι τη σκηνοθέτησε ο Σπύρος Μελάς, τα σκηνικά ήταν του Κλ. Κλώνη, τα κουστούμια του Αντ. Φωκά, η μουσική του Ιωσήφ Ριτσιάρδη και είχε ένα πολυπληθές καστ εκλεκτών ηθοποιών όπως οι Γ. Γληνός, Άρης Μαλιαγρός, Στ. Νέζερ, Μαρίκα Κρεβατά, Πέτρος Κυριακός, Σοφία Βερώνη, Μίμης Κοκκίνης, κ.α.
«Ήδη από το 1880 μια νέα λογοτεχνική και θεατρική γενιά προβάλλει και η ευθυμογραφική διάθεση δεν της ήταν ξένη— παρατηρεί ο Γιάννης Σιδέρης και τέκνο της, αν όχι από τα πλέον άμεσα (χρονολογικώς), ήταν ο Τίμος Μωραϊτίνης. Πιο παληοί σ’ αυτήν την κατεύθυνσιν υπήρξαν ο Μπάμπης Άννινος και ο Νικόλαος Λάσκαρης. Αλλά ο Μωραϊτίνης είχε δική του αίσθησιν. Δεν έγραψε ούτε ηθοπλαστικάς κωμωδίας όπως ο πρώτος, ούτε φάρσας κατά το πρότυπο του Φεϋντώ, όπως ο δεύτερος.
Αν ο Μωραϊτίνης δεν επεθύμησε να ομοιάση, γράφων κωμωδίας, προς τους δύο συναδέλφους του που αναφέραμεν, δεν εθέλησε να ομοιάση ούτε προς τον Ξενόπουλον, ο οποίος είχεν αρχίσει ήδη το 1906 να γράφει, αν όχι κωμωδίας, αλλά ο τρόπος του ενεθύμιζε την επτανησιακήν του καταγωγήν εις την καλλιτεχνικήν αντίληψην.
Ο Μωραϊτίνης «φεύγει» από το άμεσον λυπηρόν παρόν, το γράψιμόν του είναι απλούν και όχι περίτεχνον, και η «φυγή» του είναι άλλοτε προς το παρελθόν και άλλοτε προς το μέλλον (…). Στηρίζεται εις τα πτερά της ιδικής του φαντασίας, διότι η «φυγή» δεν δύναται να στηριχθεί εις την πεζότητα και την βασανιστικήν «λογικήν». Ο Μωραϊτίνης ακολουθεί την λογικήν της φαντασίας του. Την αίσθησιν αυτήν, που έκαμε τον Τίμον Μωραϊτίνην πατέρα της πλέον συγχρόνου κωμωδιογραφίας μας, μεταφέρει εις τα κωμωδίας του κατά τρόπον ανέφελον και ευγενικόν, μακράν από τας φροντίδας θεατρικών συγγραφέων όπως ο Ξενόπουλος, ο Μελάς και ο Χόρν».
Εξ’ άλλου ο κορυφαίος πρωταγωνιστής  και αναντικατάστατος μπριλλάντε κωμικός της ελληνικής σκηνής Βασίλης Αργυρόπουλος σε συνέντευξη του παρατηρεί: «… Όσο για τους θεατρικούς συγγραφείς φρονώ ότι υπάρχουν πολλοί που επιχειρούν να γράψουν μα σχεδόν κανένας δε μας παρουσίασε ακόμη κάτι το εξαιρετικό, το σπουδαίο και σοβαρό. Μονάχα για τον Τίμο Μωραϊτίνη μπορεί να πει κανείς ότι συμβαδίζει με τους ξένους και ότι είναι ένας από τους εξαιρετικούς θεατρικούς χιουμορίστες. Ο κ. Μωραϊτίνης μετά πεποιθήσεως τονίζω ότι δύναται να παραβληθεί με οποιονδήποτε ευρωπαίον του είδους». Και ο Φαίδων Μπουμπουλίδης στην επετηρίδα του Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών παρατηρεί μεταξύ άλλων ότι «Οι κωμωδίες του Τίμου Μωραϊτίνη χαρακτηρίζονται οπωσδήποτε για το διάχυτο πνεύμα, την αβρότητα των εκφράσεων και κάποτε για τη στοχαστική διάθεση με το άρωμα ευγενικής νοσταλγίας και ονειρικού ρεμβασμού».
Ο Τίμος Μωραϊτίνης με το προσωπικό του στυλ, την πρωτοτυπία του και το χιούμορ του σαγηνεύει το κοινό και σατιρίζει αμείλικτα τα στραβά και τα ανάποδα της κοινωνίας. Προφητικός και καλός γνώστης των θεατρικών κανόνων, δίνει άρτια τεχνικώς έργα που βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της ελληνικής δραματουργίας.
Διαβάζοντας κανείς τις αναλύσεις, τα περιστατικά και τις κριτικές σε κάθε ένα από τα έργα του Μωραϊτίνη που ακολουθούν, συνειδητοποιεί το μέγεθος της προσφοράς του, πλησιάζει την προσωπικότητά του ακόμη περισσότερο (χαρακτηριστική είναι η προσφώνηση της μεγάλης κριτικού και μουσικολόγου Σοφίας Σπανούδη σε εκδήλωση για την 100η παράσταση του «Άρχοντα του Κόσμου» που δημοσιεύεται στη συνέχεια ολόκληρη στην αναφορά για το συγκεκριμένο έργο) και αντιλαμβάνεται την ποιοτική του υπεροχή.
Για τον «Άρχοντα του Κόσμου» (1928) ο αυστηρός θεατρικός κριτικός και σχολαστικός λάτρης της τελειότητας Φώτος Πολίτης, που δεν έγραψε καλή κουβέντα για ελληνικό έργο, παρατηρεί σε μακροσκελή ανάλυση του έργου στο «Βήμα» μεταξύ άλλων: «Ο «Άρχοντας του Κόσμου» είναι ασφαλώς το καλύτερο θεατρικό έργο του κ. Τίμου Μωραϊτίνη. (…) Ο σατανάς του κ. Μωραϊτίνη είναι περισσότερο εύπλαστος από αυτόν του Αντρέγεφ. (…) Το έργο του Τίμου Μωραϊτίνη παραμένει αληθινά μια από τις σοβαρότερες προσπάθειες της σημερινής δραματουργίας μας. Έχει φαντασίαν, κέφι, σπιρτάδα, γοργότητα, γούστο. (…) Είναι κάτι το σοβαρότερο από τα συνήθη κοινωνικά θρηνωδήματά μας, έχει έναν αέρα δικό του δροσερόν και ευχάριστον. Η σάτιρα του είναι έξυπνη και στις λεπτομέρειές της. Η υφή της όλης κωμωδίας πολύ καλή και προσεκτική. Η βάσις του έργου είναι σταθερή, η γενική ιδέα του υγιής και αγνή».
Εξ’ άλλου ο Κ. Οικονομίδης από τις στήλες του «Έθνους» παρατηρεί ότι, «(…) και δίχως καμίαν υπερβολήν μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο «Άρχοντας του Κόσμου» είναι από τα εξυπνότερα έργα που εγράφησαν στο θέατρό μας».
Τον επόμενο χρόνο (1929) ο Φώτος Πολίτης γράφει για την «Αιωνία Ζωή» ένα διθύραμβο όπου μεταξύ των άλλων αναφέρει: «Η «Αιωνία Ζωή» είναι ασφαλώς ένα από τα καλύτερα έργα της τελευταίας δεκαετίας. (…) Αυτή η απόλυτα σωστή, η θερμά ανθρώπινη σκέψη είναι η φιλοσοφική βάση του έργου του κ. Τίμου Μωραϊτίνη. Και είναι συμπαθέστερη ασφαλώς από την ευρύτατη ερμηνεία των νεολαμαρκικών θεωριών, που ώθησε τον Μπέρναρ Σω να γράψει πάνω στο ίδιο θέμα της μακροζωίας, στην  πενταλογία του «Πίσω στο Μαθουσάλα». Παίζει και ο Μπέρναρ Σω και παίζει περίφημα, όπως ξέρει αυτός μονάχα. Το έργο του είναι από κάθε άποψη χαριτωμένο και ολοζώντανο. Μ’ αρέσει όμως ότι ο κ. Μωραϊτίνης παίζοντας κι αυτός και παίζοντας επίσης χαριτωμένα, κρατήθηκε γερά σε μια βάση φιλοσοφική, τονίζοντας καθαρά την αξία μιας σύντομης— έστω— ζωής και την χρησιμότητα του τέρματος του θανάτου. Η φιλοσοφία του είναι πιο ανθρώπινη, πιο πιστευτή».
Παράλληλα όμως και όταν ο Μωραϊτίνης ασφυκτιά μέσα στις τεχνικές φόρμες, ξεφεύγει τελείως από κάθε πλαίσιο και κανόνα- όπως στο «Α ΜΠΕ ΣΕ ΝΤΕ»- που φέρνει σύγχυση και αμηχανία σε κάποιους συντηρητικούς κριτικούς που δεν ξέρουν που να κατατάξουν πολλά έργα του. Αυτός ήταν ο Τίμος Μωραϊτίνης, απρόβλεπτος, ευφυής και ατίθασος που ακολουθεί τη δική του ρότα. «Ο κ. Μωραϊτίνης δεν υποτάσσεται σε κανέναν απολύτως κανόνα και δεν ακολουθεί απολύτως καμίαν συνταγήν», γράφει ο «Θεατής» στο «Ελ. Βήμα» στις 29.8.1926. Πιο αναλυτικό το σημείωμα του «Αριέλ» με αφορμή «Το Πνεύμα του Αιώνα» αναφέρει: «Θα ήταν εντελώς άσκοπο να επιχειρήση κανείς να κατατάξη «Το πνεύμα του Αιώνος» σε μια από τις καθορισμένες κατηγορίες των θεατρικών έργων. Ο κ. Μωραϊτίνης έχει διαμορφώσει δικό του τύπο που έχει ήδη επιβληθεί. Εφευρίσκει ένα μύθο, τον πλέκει με τον πιο απίθανο τρόπο και τον ανελίσσει σε μια σκηνή με γραμμές κωμωδίας, πιο κάτω με τις υπερβολές της φάρσας, έπειτα με λυρική διάθεσι, με σάτιρα ακόμη και των επικαιροτήτων των νωποτάτων κοινωνικών γεγονότων και γνώριμων τύπων της ζωής. Αλλά σ’ αυτήν τη φαινομενική απειθαρχία στη μορφή δίνει ενότητα η γνήσια σατιρική διάθεσις του συγγραφέως, η διάχυτος σ’ όλο το έργο, οι αδιάκοπες πνευματώδεις κρίσεις, η προκαλούσα το ομηρικό γέλιο απροοπτολογιά». Εξ’ άλλου στην «Πρωία» (1.9.1926) και με αφορμή «Το Μοντέρνο σπίτι» παρατηρείται: «(…) Ιδιαίτερα συμπαθώ τα έργα που οι κριτικοί του τόπου δυσκολεύονται να τα χωρίσουν στα «σαφώς καθορισμένα» συρτάρια τους. Τα έργα αυτά που δεν κατατάσσονται, αυτά που στεναχωρούν τους κριτικογράφους μας, αυτά ακριβώς είνε τα πειό ελεύθερα, τα πειό γεμάτα με φως και αλήθεια». Και η «Ακρόπολις» το 1929 με την ευκαιρία της «Αιωνίας Ζωής» σημειώνει: «… Γι’ αυτό ο κ. Μωραϊτίνης δεν πρέπει να κρίνεται στα έργα του με τους αυστηρούς κανόνες της κριτικής, δεν πρέπει προπάντων να κρίνεται με το ίδιο μέτρο όπως οι άλλοι συγγραφείς».       
Μέχρι την εμφάνιση της ετήσιας επιθεώρησης (1907) η αθηναϊκή σκηνή είχε περάσει σχεδόν στην ανυπαρξία. Ελάχιστα έργα έφταναν τις 4- 5 παραστάσεις και τα περισσότερα κατέβαιναν μετά την πρεμιέρα. Για να επιβιώσει ένας θίασος στις αρχές του 1900 έπρεπε να ανεβάζει κατά μέσο όρο 25 καινούργια έργα μέσα σε μια θεατρική σεζόν (7 μήνες). Το «Βασιλικό Θέατρο» και η «Νέα Σκηνή» ανέβαζαν 15 με 20 έργα κάθε σεζόν. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, το 1908 δόθηκαν από όλους τους θιάσους μαζί συνολικά 200 παραστάσεις, από τις οποίες οι 100 μοιράζονται σε 22 διαφορετικά έργα τα οποία έκαναν 5 παραστάσεις το καθένα. Μόνο η «Πρωθυπουργίνα» του Τ. Μωραϊτίνη και η «Φωτεινή Σάντρη» του Γρ. Ξενόπουλου ξεπέρασαν το φράγμα των 20 παραστάσεων και το 1913 το «Πολεμικό Πανόραμα» του Μωραϊτίνη και τα «Πολεμικά Παναθήναια» ξεπέρασαν τις 200 παραστάσεις το καθένα.
Πάντως αρκετά έργα πρόζας του Τίμου Μωραϊτίνη ξεπέρασαν τις 100 παραστάσεις και τα εισιτήρια προπωλούντο σε μια εποχή που τα θεατρικά έργα, εάν δεν κατέβαιναν μετά την πρεμιέρα, σπάνια έφταναν τις 10- 20 παραστάσεις. Αυτό δεν συνέβαινε μόνο κατά τη χρονική περίοδο της Αθηναϊκής Επιθεώρησης αλλά και τα μετέπειτα χρόνια. Χαρακτηριστικά «Η Καθημερινή» με την ευκαιρία της 100ης παράστασης του «Μοντέρνου σπιτιού» του Τ.Μ. γράφει μεταξύ άλλων στις 17.11.1926: «Το να σημειώσει έργον, χωρίς μάλισταν μουσικήν, σειράν ολόκληρον υπερεκατόν παραστάσεων, δεν είνε κάτι το σύνηθες. Απεναντίας είνε, εν τη κυριολεξία, πρωτοφανές. Είνε θεατρικόν θαύμα, όμοιον του οποίου, τελευταίως τουλάχιστον, δεν έχει σημειωθεί. «Το Μοντέρνο σπίτι» παίζεται πράγματι επί τρίμηνον ολόκληρον και εξακολουθεί να κρατεί το πρόγραμμα της «Αλάμπρας» από της αρχής της θερινής περιόδου».
 «Ο Μωραϊτίνης— θα γράψει ο Δ. Ψαθάς— ήταν ο πρώτος συγγραφέας που κατέκτησε το πλατύ κοινό». Και σε άλλο δημοσίευμά του θαυμάζει: «Πόσες και πόσες επιτυχίες στη ζωή του! Επί πόσα χρόνια άνοιγε η αυλαία για να σκορπίσει στην πλατεία του θεάτρου το κρουστό και πηγαίο εκείνο γέλιο (…)».
Η Αθηναϊκή Επιθεώρηση έρχεται να καλύψει το τεράστιο κενό της ελληνικής σκηνής στα τέλη του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου με τη πενιχρότατη θεατρική παραγωγή ελληνικών έργων και την πλήξη που προκαλούσαν τα μεταφρασμένα ευρωπαϊκά. Η εμφάνιση ενός νέου θεατρικού ταλέντου, του Τίμου Μωραϊτίνη, το 1906 με τον «Μαραθώνιο Δρόμο», με τον «Άνθρωπο της ημέρα» το 1907 και με την «Πρωθυπουργίνα» το 1908— με πρωτόγνωρη για τα θεατρικά δεδομένα της εποχής επιτυχία— αφυπνίζει το ενδιαφέρον του θεατρόφιλου κοινού στα ελληνικά έργα. Η φρενίτιδα όμως που είχε καταλάβει τον κόσμο με την επιθεώρηση, ήταν μια πρόκληση για τον Μωραϊτίνη και τη δέχτηκε καταθέτοντας και εκεί, για μια δεκαπενταετία, τη φινέτσα του πνεύματός του, την πρωτοτυπία του το αστείρευτο κέφι του και την αχαλίνωτη φαντασία του. Το 1907 εμφανίζονται τα πρώτα «Παναθήναια» του Μπάμπη Άννινου και Γ. Τσοκόπουλου εγκαινιάζοντας τη μακρά και επιτυχημένη περίοδο της ετήσιας σατιρικής παρουσίασης των γεγονότων. Κάτω δηλαδή από τον ίδιο τίτλο π.χ. «Πανόραμα», «Παναθήναια», κ.λ.π. με εναλλαγές και ανανέωση στα νούμερα. Το 1908 ακολουθεί ο «Κινηματογράφος» του Π. Δημητρακόπουλου και στο τέλος της ίδιας χρονιάς (;) ο Τίμος Μωραϊτίνης ανεβάζει δοκιμαστικά το πρώτο του «Πανόραμα», το οποίο θα παίζεται μέχρι το 1922. Η μακρά περίοδος των μεγάλων επιτυχιών του Μωραϊτίνη και σε αυτό το θεατρικό είδος μόλις αρχίζει. Παράλληλα αρχίζει και ο μεγάλος ανταγωνισμός των ετήσιων επιθεωρήσεων. Οι τρεις επιθεωρήσεις του 1908 θα γίνουν έξι στα 1912, δεκάξι στα 1914, είκοσι στα 1916 και εικοσιτέσσερις στα 1921. Πάντως οι επιθεωρήσεις που κυριάρχησαν όλη αυτή την δεκαπενταετία ήταν «Τα Παναθήναια» των Άννινου και Τσοκόπουλου και το «Πανόραμα» του Μωραϊτίνη και ακολουθούσαν «Ο Κινηματογράφος»  του Δημητρακόπουλου και «Ο Παπαγάλος» του Αντ. Βώττη.
Η επιθεώρηση κατά τη δεκαπενταετία 1907- 1923, εποχή δηλαδή που άνθισε αυτό το είδος και εξέπνευσε με την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, αποτελεί τον πολιτικό και κοινωνικό καθρέπτη της εποχής και απεικονίζει τις ιστορικές μεταλλάξεις της αθηναϊκής κοινωνίας και την εξέλιξη της αστικής τάξης που αναζητούσε την ταυτότητά της.
Προσπαθώντας να εξιστορήσει και να ταξινομήσει την Αθηναϊκή Επιθεώρηση ο ερευνητής Θ. Χατζηπανταζής σε ένα προλογικό του σημείωμα για την Αθηναϊκή Επιθεώρηση γράφει: «Υπάρχει μια περίοδος στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, η περίοδος 1907- 1921, που ανήκει αδιαφιλονίκητα και ολοκληρωτικά στην αθηναϊκή επιθεώρηση. Στα χρόνια αυτά, η επιθεώρηση δεν αποτελούσε ένα ακόμη είδος θεατρικής ψυχαγωγίας ανάμεσα σε άλλα ισότιμα και παράλληλα είδη, όπως συμβαίνει σήμερα. Αποτελούσε το ίδιο το ελληνικό θέατρο. Μονοπολούσε σχεδόν τις θεατρικές αίθουσες και περιόριζε αποφασιστικά την εμφάνιση και διάδοση οποιουδήποτε άλλου είδους έργων».
Την περίοδο αυτή αποκαλύπτεται και μια άλλη πτυχή του θεατρικού ταλέντου του Μωραϊτίνη που δεν περιορίστηκε μόνο στη συγγραφή. Πρόκειται για τη σκηνοθετική του προσφορά. Όπως γράφει ο ερευνητής Θ. Χατζηπανταζής: «Ο Μωραϊτίνης στάθηκε επιτυχημένος πρωτοπόρος στον τομέα της σκηνοθεσίας. Τα σκηνοθετικά του ευρήματα ήταν πάντα ιδιαίτερα ευφάνταστα και περίπλοκα και εύρισκαν πρόθυμους αντιγραφείς ανάμεσα στους συναδέλφους του. Άρχισε πρώτος την κίνηση για μεγαλύτερη φαντασμαγορία, με την περίφημη σκηνογραφία του βυθού της θάλασσας στο «Πανόραμα 1915», ή της μετατροπής της ερήμου σε δάσος στο φινάλε του «Πανοράματος 1916». Πετύχαινε επίσης σκηνικές εικόνες λυρικής χάρης όπως εκείνης του Αιόλου που δρόσιζε την Αθήνα και χρησιμοποίησε με περισσότερη έμπνευση από άλλους επιθεωρησιογράφους την ενσωμάτωση κινηματογραφικών προβολών μέσα στην παράσταση. Στάθηκε πρωτοπόρος και στον τομέα του χορού. Προβληματιζόταν δημιουργικά με το σκηνικό θέαμα και είχε εμπνεύσεις που προχωρούσαν πολύ πιο πέρα από τα συμβατικά καθήκοντα ενός απλού στιχουργού και συγγραφέα επιθεωρησιακών διαλόγων».
Στον τομέα της σκηνοθεσίας ο Τίμος Μωραϊτίνης φαίνεται ότι είχε μεγάλες διαφωνίες με τους σκηνοθέτες της εποχής αλλά και με αρκετούς  ηθοποιούς, που μέσα από μια στενοκέφαλη εγωτική αντίληψη «εθίγοντο» από τις υποκριτικές υποδείξεις του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη έξω και μακριά από τα διεθνώς καθιερωμένα, όπου ο σκηνοθέτης προβάλλει αυταρχικός και έχει τον τελευταίο λόγο. «Πολλά έργα αποτυγχάνουν- λέει ο ίδιος ο Τίμος Μωραϊτίνης σε μια συνέντευξη του στον Πέτρο Χάρη με αφορμή «Το Μοντέρνο σπίτι»- διότι δεν ακούονται οι συγγραφείς ενώ ο ηθοποιός, κατά τον Παλαμά, «είναι όργανο εις χείρας του συγγραφέως». Οι ηθοποιοί μας έχουν την αδυναμία να νομίζουν ότι θίγονται από τις οδηγίες των συγγραφέων. Η κατάστασις δε αυτή αποβαίνει εξ’ ολοκλήρου εις βάρος των ελλήνων συγγραφέων». Επισημαίνει στη συνέχεια την απουσία του Regisser (ρεζισέρ: Σκηνοθέτης, Καλλιτεχνικός Δ/ντής) από την ελληνική σκηνή ο Μωραϊτίνης και προσθέτει: «Ο Έλλην συγγραφεύς έχει να πει δέκα πράγματα για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει ν’ ανεβασθεί το έργο, αναγκάζεται να πει μόνο τα πέντε για πολλούς και διαφόρους λόγους, από τα πέντε αυτά μένουν τα δυόμιση κι έτσι από το έργον, όταν εμφανίζεται προ του κοινού λείπουν τα εφτάμιση. Καταλαβαίνετε λοιπόν σε ποια μειονεκτική θέση βρίσκεται το ελληνικόν έργον απέναντι των ξένων. (…) Πολλές δε επιθέσεις κατά των ελληνικών έργων ίσως απ΄αυτής της απόψεως είναι άδικες. Και ο καλύτερος κριτικός δεν είναι εις θέσιν να καταλάβει και να διακρίνει αν μερικά χάσματα οφείλονται εις το παίξιμο ή στον συγγραφέα»
Ο Μωραϊτίνης έχει κατ’ επανάληψη σατιρίσει τους κριτικούς (την «υψηλή κριτική» όπως την έλεγε και τη χαρακτήριζε ως την αιωνίως απογοητευμένη γεροντοκόρη που ζει χωρίς έρωτα, ελπίδα και καμία χαρά), εκώφευε στις υποδείξεις τους και τους αποστόμωνε δίνοντας μερικά από τα αρτιότερα, από κάθε άποψη έργα, του ελληνικού δραματολογίου και εφάμιλλα των αντίστοιχων ευρωπαϊκών καθ’ ομολογία και των πιο σημαντικών εξ’ αυτών.
Ήταν ένα ελεύθερο και ατίθασο πνεύμα που αρνιόταν να δεχθεί συλλήβδην και άκριτα τους ασφυκτικούς σκηνικούς κομφορμισμούς και ακολουθούσε δική του τεχνοτροπία που αιφνιδίαζε και σόκαρε αλλά κατεχειροκροτείτο. Οι καινοτομίες του ήταν πιο μπροστά από την εποχή του και οι προφητικοί οραματισμοί του εξελαμβάνοντο για αχαλίνωτη και υπερβολική φαντασία. Ας σημειωθεί ότι ο συγγραφέας απέφευγε να αναφερθεί στη φιλοσοφική βάση ορισμένων έργων του, την οποία όμως επεσήμαιναν οι ίδιοι οι κριτικοί! Και με τη γελαστή του φιλοσοφία αφύπνισε το συνειδησιακό χώρο του κοινού ανθρώπου και ενεργοποίησε τον κοιμισμένο προβληματισμό του σκεπτόμενου και νοήμονα. Καθόλου ματαιόδοξος όπως ήταν, απόμακρος και ολοκληρωμένη προσωπικότητα, δεν πρόβαλε ποτέ το έργο του προκειμένου να αποσπάσει αναλύσεις και εγκώμια και δε συμμετείχε σε καμία φιλολογική και λογοτεχνική παρέα της εποχής. Ήταν ένας μοναχικός καβαλάρης. Μέσα όμως από τα κριτικά σημειώματα και μέσα από τις αναφορές για τον Μωραϊτίνη, που ακολουθούν, έχουμε σήμερα ζωντανή την προσωπικότητα και την προσφορά του στα ελληνικά γράμματα. Αλλά και ανάγλυφη τη φυσική του παρουσία στη ζωή ως προτύπου.
Το ελεύθερο πνεύμα του ο Τίμος δεν το κρύβει και το διοχετεύει σε όλο του το έργο. Η κωμωδία δεν είναι εύκολο είδος. Αντίθετα είναι δυσκολότερη από το δράμα και απαιτεί πρωτοτυπία και ένα απίθανο σύνολο ιδιοτήτων που δεν απαιτεί το δράμα. Μέσα από τη σκηνική ελευθερία που επιφυλάσσει για τον εαυτό του ο Μωραϊτίνης, πέρα από το χιούμορ του και το στοχασμό του, διοχετεύει τη ρομαντική του διάθεση και τον ερωτισμό του. Η σάτιρα είναι διάχυτη ακόμη και στην τραγικότητα όπως και ο απροοπτισμός του. Το κοινό τον αποδέχεται ενθουσιωδώς, τα έργα του σημειώνουν μακρά σειρά παραστάσεων και τα ταμεία «σπάνε». Ο Τίμος είναι ο αγαπημένος του θεατρόφιλου κοινού.
Χαρακτηριστικά: «Το «Μοντέρνο σπίτι» του Τίμου Μωραϊτίνη, του γενικώς αγαπημένου συγγραφέως και δημοσιογράφου» («Νέα Ημέρα» 29.8.1926). «… και ο Τίμος, το ανθηρότερο, το ειλικρινέστερο, το δροσερότερο και το θυμοσοφικώτερο πνεύμα της εποχής μας δεν εννοεί να ξεχάση το αθηναϊκό κοινό που τον περιβάλλει με εντελώς προνομιούχο συμπάθεια, με αληθινή στοργή» (υπογραφή Α.Δ. εφ. «Έθνος»). «Η πρώτη ενός έργου του κ. Τίμου Μωραϊτίνη αποτελεί κάτι εκτάκτως ελκυστικόν δια το κοινόν της πρωτευούσης, το οποίον περιβάλλει με όλην του την συμπάθειαν τον αθηναίον ευθυμογράφον» («Εστία» 28.8.1926 υπογραφή «Ω»). «(…) Το ακροατήριο, δεν συγχωρεί ούτε μια στιγμή κοπώσεως στον αγαπημένο του συγγραφέα» («Αθηναϊκά Νέα» 1933). «Τι άλλο να προστεθεί εις τα ανωτέρω …ότι ο κ. Τίμος Μωραϊτίνης υπήρξε και θα είναι ο αγαπημένος του θεατρικού κοινού» («Εστία» υπογραφή Interim).
Σύμφωνα εξ’ άλλου με δημοσίευμα εφημερίδας της εποχής (υπάρχει μόνο το απόκομμα) μεταφέρεται διάλογος Μωραϊτίνη- Κοτοπούλη όπου της υπόσχεται να της δώσει μια κωμωδία. Και το δημοσίευμα καταλήγει: «Η Διεύθυνσις του θιάσου αναγγέλλει με ενθουσιασμόν την μεγάλην αυτήν είδησιν εις το αθηναϊκόν Κοινόν και είνε ευτυχής που ο εκλεκτός και δημοφιλέστατος Έλλην συγγραφεύς, ο πρύτανης του γέλιου, ο δημιουργός με την μεγάλη πνοή, εμπιστεύθηκε τη νέα του κωμωδία στον θίασο Κοτοπούλη και στην εμπνευσμένη διδασκαλία της παληάς του συνεργάτιδος κ. Μαρίκας Κοτοπούλη». Αναφέρεται μάλλον στο «Α ΜΠΕ ΣΕ ΝΤΕ» ή στην «Επιστροφή των Θεών».     
Από τα διασωθέντα έργα του Τίμου Μωραϊτίνη γίνεται στη συνέχεια αναφορά σε ορισμένα από αυτά κατά χρονολογική σειρά με σχετικό ιστορικό σημείωμα, σχόλια, αναφορά στην υπόθεση του έργου, τους πρώτους διδάξαντες, κριτικές, κ.α.