Τίμος Μωραϊτίνης

Τίμος Μωραιτίνης

ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Από τις ευγενέστερες μορφές των Ελληνικών Γραμμάτων που «συνετέλεσε στη δημιουργία της νεώτερης πνευματικής Ελλάδας».(βλπ. Κρίσεις- Κριτικά Σημειώματα)
Πολύπλευρη και θρυλική προσωπικότητα των Γραμμάτων ο Τίμος Μωραϊτίνης καλλιέργησε με το πληθωρικό του ταλέντο τα κυριότερα είδη του γραπτού λόγου κατά το πρώτο ήμισυ του 20ο αιώνα. Θέατρο (πρόζα και επιθεώρηση), Χρονογράφημα, Ποίηση, Μυθιστόρημα, Αθηναϊογραφία, Διήγημα, Ταξιδιωτικά, διακρίνονται για το λεπτό χιούμορ, την πρωτοτυπία, το στοχασμό, το λυρισμό και ένα αστείρευτο κέφι μαζί με ρομαντική διάθεση.
Η γραφή του είναι απλή, αβίαστη, δαντελωτή, διαυγής και φινετσάτη. Ο ευθυμογράφος Τίμος Μωραϊτίνης δημιούργησε ένα μοναδικό και αμίμητο στυλ γραφής και αναδείχθηκε ως «η απρόσιτη κορυφή του ελληνικού χιούμορ». (βλπ Χρονογράφημα) Υπήρξε ένας ευαίσθητος συγγραφέας, γνήσιος και ειλικρινής στη λογοτεχνική του έκφραση, με βαθύ ανθρωπισμό, που λατρεύτηκε από τον κόσμο. Ενδεικτικά παρατίθεται ένα κείμενο του ακαδημαϊκού Πέτρου Χάρη την επαύριον του θανάτου του, το Σεπτέμβριο του 1952:
«Θα ‘πρεπε να μη ζω σ’ αυτόν τον τόπο- γράφει ο Π. Χάρης- για να μην ξέρω πόσο δημοφιλής ήταν ο Μωραϊτινης. ‘Εως που όμως έφτανε αυτή η δημοτικότητά του το κατάλαβα μόλις κατέβηκα από το αεροπλάνο. Το πρώτο πράγμα που μου είπαν ήταν: Πέθανε ο Μωραϊτίνης! Κι έπειτα όλα τ’ άλλα. Έπειτα η πολιτική, έπειτα η οικονομική κρίση, έπειτα τα γενικά, τα ατομικά, τα μεγάλα ή μικρά ζητήματα».
Και ο Γεώργιος Φτέρης γράφει στο «Βήμα» το 1961: «Γράφοντας « Ο Τίμος» δεν θα χρειαζότανε ασφαλώς να εξηγήσουμε στους αναγνώστες μας, τουλάχιστον της περασμένης γενιάς και στους παληούς Αθηναίους για ποιον Τίμο πρόκειται. Ένας ήταν ο Τίμος. Ο Μωραϊτίνης.»
  • Σαν Θεατρικός συγγραφέας χαρακτηρίστηκε «ως πατέρας και δημιουργός της νεοελληνικής κωμωδίας» (βλπ. Θέατρο), με δεκάδες θεατρικά καιμε αποκορύφωμα της προσφοράς του την Αιωνία Ζωή και τον Άρχοντα του Κόσμου, τις δύο φιλοσοφικές κωμωδίες του. Μεταξύ άλλων, ο αυστηρότερος των Ελλήνων κριτικών και παθιασμένος πολέμιος του εύκολου και του αφελούς και λάτρης του γνήσιου και του πρωτότυπου, Φώτος Πολίτης, καταγράφει τα δύο αυτά έργα σαν εφάμιλλα ή και καλύτερα αντίστοιχων του ξένου ρεπερτορίου.Τα θεατρικά του έργα σημείωναν τεράστια επιτυχία και αποτελούσαν Θεατρικό, κοσμικό και εισπρακτικό γεγονός, διανύοντας μακρά σειρά παραστάσεων. «Ο Μωραϊτίνης ήταν ο πρώτος συγγραφέας που κατέκτησε το πλατύ κοινό» γράφει ο Δημήτρης Ψαθάς.
  • Σαν Χρονογράφος, «επέβαλε» (βλπ. Χρονογράφημα) το χρονογράφημα ως λογοτεχνικό είδος και του αποδόθηκε ο τίτλος του κορυφαίου. «Έδωσε στο είδος αυτό την οριστική του μορφή, πλουτίζοντας την και με ένα στοιχείο πολύτιμο. Το λαογραφικό.» Γράφει ο Αδαμάντιος Παπαδήμας.
  • Σαν Ποιητής ο Μωραϊτίνης αναφέρθηκε ως αυθόρμητος τραγουδιστής που «βαδίζει αμέριμνος ανάμεσα στους μετρικούς κανόνες- όπως λεέι ένας κριτικός του- και τραγουδεί σαν λεύθερο πουλι, ό,τι τον συγκινεί, ό,τι τον κάνει να χαίρεται ή να λυπάται, πότε με παράπονο και πότε με ξέφρενο κέφι»«Ο Τίμος Μωραϊτίνης πάνω απ’ όλα ήταν και παρέμεινε ο ευπαθής δέκτης με την άγρυπνη αισθαντικότητα. Ο μοναχικός νοσταλγός με την ευσυγκίνητη μελωδία, ο λυρικός τροβαδούρος με τον μουσικώτατο οίστρο.» γράφει ο Μιχάλης ΠεράνθηςΥπάρχουν ποιήματά του που αγγίζουν βαθύτερες «λησμονημένες» πτυχές του ψυχισμού και του συναισθήματος «μακράν πάσης ακατανοήτου φιλοσοφίας και δυσνοήτου στιχοπλοκίας» παρατηρεί η Ακαδημία Αθηνών.
  • Σαν Αθηναιογράφος αποτελεί τη μοναδική πρωτογενή πηγή αναφοράς στην Παληά Αθήνα (τέλη 19ου- αρχές 20ου αιώνα). Και είναι ο πρώτος που ανέδειξε αυτήν την Αθήνα με το δικό του μοναδικό τρόπο. Ο χαρακτηρισμός του Αθηναιολάτρη τον συνόδευε σε όλες τις άλλες λογοτεχνικές του εκφράσεις, αποκαλύπτοντας τις άγνωστες πλευρές εκείνης της Αθήνας. Αποκορύφωμα της αθηναιολατρείας του είναι το τραγούδι «Στης Πλάκας της ανηφορίες» σε στίχους και μουσική Τίμου Μωραϊτίνη. Το τραγούδι αυτό γράφτηκε για τις ανάγκες του θεατρικού του έργου «Ιστορία της Αθήνας».
Σαν άνθρωπος ο Μωραϊτίνης υπήρξε ένας περίεργος συνδυασμός κοσμικού και μοναχικού ατόμου. Ψηλός και ευθυτενής, σοβαρός και σεμνός, απέπνεε τον αέρα μιας γνήσιας αρχοντιάς και γνήσιας αξιοπρέπειας και ευπρέπειας που διακρίνουν και ολόκληρο το έργο του. Ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μέλας έγραψε: «Όσοι ενεκρολόγησαν τον αλησμόνητο Τίμο Μωραϊτίνη , σημειώνουν την σοβαρήν έκφρασι της μορφής του στην καθημερινή του εμφάνισι. Όταν τον έβλεπε κανείς χωρίς να ξέρη ποιος είναι ήταν αδύνατο να υποθέση ότι αυτός ο υποβλητικός κύριος ήταν ο άνθρωπος, που επί πενήντα και πλέον χρόνια διεσκέδαζε τους Αθηναίους με τα πνευματώδη γραψίματά του. Στο δρόμο θα τον έπερνε κανείς για πρόεδρο Εφετών μάλλον παρά για ευθυμογράφο. Είναι όμως μονάχα αυτό το χαρακτηριστικό του Τίμου Μωραϊτίνη;».
Παράλληλα ο Δημ . Ψαθάς έγραψε μεταξύ άλλων «Ένα πράγμα που χαιρόταν κανείς στον Τίμο Μωραϊτίνη μόλις τον γνώριζε από κοντά ήταν αυτός ο αέρας της αξιοπρέπειας και της εντιμότητας. Ένα κορμί ίσιο που έλεγες και συμβόλιζε το χαρακτήρα του.»
Και ο Νικ. Σύριος παρατηρεί «… προπαντός ήταν ένας ωραίος και ιδιόρρυθμος τύπος. Ένας εξαιρετικός άνθρωπος.»
Με την πολύπλευρη προσφορά του ο Μωραϊτίνης απευθύνθηκε σ’ ένα ιδιαιτέρως ευρύ κοινό. Σε φίλους της ποίησης, σε φίλους του πεζού λόγου και σε θεατρόφιλους. Και ήταν φυσικό άλλοι να αναγνωρίζουν τον Μωραϊτίνη ως Ποιητή πρωτίστως και ύστερα ως Θεατρικό, άλλοι ως Κωμωδιογράφο και λιγότερο ως Ποιητή και άλλοι ως Χρονογράφο κλπ. Οι περισσότεροι τον αποδέχονται συνολικά μαζί και ως Άνθρωπο.
Στα κείμενά του και κυρίως στη σάτιρά του, δεν έθιγε υπολήψεις και δεν χρησιμοποίησε βωμολοχίες. Ανεπιτήδευτα κομψός και κοσμοπολίτης, ταξίδευε πολύ και πάντα είχε τελικό προορισμό το αγαπημένο του Παρίσι. Είχε το χάρισμα να κερδίζει το συνομιλητή του και αποτελούσε πάντα το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Απέφευγε κούφιες κοσμικότητες και τον έπληττε ο αστικός καθωσπρεπισμός των επισκέψεων και των δεξιώσεων. Αγαπημένο του καταφύγιο το θρυλικό «Ατελιέ», μια λέσχη που συγκέντρωνε εκλεκτούς διανοούμενους της αθηναϊκής κοινωνίας. Κομψός χωρίς όμως επιτήδευση (όπως και η γραφή του) τον συναντάμε σε καλά ρεστοράν της Αθήνας και σε νυχτερινά κέντρα του Παρισιού. Παράλληλα όμως τον συναντάμε και ξενύχτη με συναδέλφους του δημοσιογράφους και καλούς του φίλους, άλλοτε πάλι να «κόβει» μοναχικές βόλτες στην Πλάκα ή να συχνάζει στα ταβερνάκια της. Τις περισσότερες φορές όμως τον βρίσκουμε με γυναικεία συντροφιά. Απέφευγε, κυρίως και συστηματικά, να ενταχθεί σε οποιαδήποτε φιλολογική παρέα (που αφθονούσαν στην εποχή του) κατά τον ίδιο τρόπο που απέφυγε την οποιαδήποτε κομματική ένταξη. Εύπορος, από τη δουλειά του και μόνο, υπήρξε φαινόμενο πολυγραφότητας και λογοτεχνικής παραγωγής. Αρνήθηκε να μείνει σε σπίτι και διέμενε, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, σε καλά ξενοδοχεία! Έτσι βίωνε καλύτερα την ελευθερία του. Απεχθανόταν τις δεσμεύσεις είτε με υλικά αγαθά είτε με ανθρώπους. Ωστόσο ο παθολογικά ελεύθερος αυτός άνθρωπος παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1911 (και χώρισε αμέσως) και το 1940, σε μεγάλη πλέον ηλικία.
Ο χιουμορίστας αυτός που σκόρπιζε το κέφι από το σύνολο του έργου του, ήταν ένας βαθιά πολιτισμένος άνθρωπος, σεμνός, λιγομίλητος, ευρείας μορφώσεως και γνώστης της ανθρώπινης ψυχής. Αυτόν τον προσωπικό του πολιτισμό ο Τίμος Μωραϊτίνης τον μεταφέρει στο χειρόγραφό του και κάνει το Νέστωρα Μάτσα να παρατηρήσει: «Ο Τίμος Μωραϊτίνης στάθηκε μια γνήσια μορφή των γραμμάτων, από τις πιο πολύπλευρες και τις πιο ενδιαφέρουσες που ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου (…) και τα καλλιέργησε με ευγένεια και διακριτικότητα φροντίζοντας πάντα στα κείμενα του να υπάρχει ένας βαθύτερος πολιτισμός, που να εμπλουτίζει με συγκίνηση τον αναγνώστη και να τον ανεβάζει ψηλά.».

Ο ΜΩΡΑΙΤΙΝΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

Η ζωή του Τίμου Μωραϊτίνη ξετυλίγεται μέσα σε μια ανώμαλη, την πιο ανώμαλη και ταραγμένη εποχή του τόπου. Από το 1876 (που έχει οριστεί ατύπως σαν «χρονιά γέννησης» (βλπ. Θέατρο) του συγγραφέα) έως το 1952 που πέθανε, η Ελλάδα βιώνει συνεχόμενες φάσεις και περιόδους συγκλονιστικών γεγονότων, εν σειρά και απανωτά, όπως ο «ατυχής» πόλεμος του 1897, ο Μακεδονικός Αγώνας, η επανάσταση του Γουδή το 1909, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912- 1914, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο διχασμός, η Μικρασιατική καταστροφή, αλλεπάλληλες δολοπλοκίες και δολοφονίες, διωγμοί, επανειλημμένες βιαιότητες και κινήματα, ο απίστευτα τραγικός προσφυγισμός, καθεστωτικές ανατροπές, δικτατορίες, με αποκορύφωμα αυτήν του Μεταξά, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατοχή, ο εμφύλιος. Μέσα σε αυτήν την κρεατομηχανή που λειτούργησε αδιάκοπα για πενήντα ολόκληρα χρόνια, αρνήθηκε πεισμόνως ν’ αλεσθεί, με μόνη συμμετοχή τις στρατεύσεις του στους ένοπλους αγώνες της πατρίδας και την αντιφασιστική λογοτεχνική προσφορά του.
Ο Τίμος Μωραϊτίνης πέρασε από τη ζωή μ’ ένα υποδειγματικό ήθος και μια θρυλική αξιοπρέπεια. Η πένα του υπήρξε πεντακάθαρη και κράτησε πεισμόνως και αυστηρώς για τον εαυτό του τη «στιγμή της Κάλπης». Διεκδικήθηκε πιεστικά από παρατάξεις, αλλά δεν τον βρίσκουμε σε καμία αυλή. Και οι κάποιες προσπάθειες βίαιης στρατολόγησής του με τον γνωστό «νέοελληνικό» τρόπο, απέτυχαν. Ήταν ανένταχτος. Σε μια εποχή που δύσκολα και, κυρίως ασύμφορα, μπορούσες να είσαι. Και σε μια εποχή τέτοιων έντονων πολιτικών παθών και διχασμού, αγαπήθηκε το ίδιο και από τους Βενιζελικούς και από τους Παλατιανούς, τις δύο μεγάλες παρατάξεις της εποχής του.
Ο Μωραϊτίνης κατάγεται από παληά αθηναϊκή οικογένεια (τα ίχνη της ανιχνεύονται στην Αθήνα αιώνες πίσω), με πολλά παρακλάδια και με προσφορά πολλών μελών της σε όλους τους τομείς της ελληνικής ζωής, από τον πρωθυπουργικό θώκο έως την οικονομία, τις επιστήμες και τις τέχνες. Ο πατέρας του Γεώργιος Μωραϊτίνης, ο οποίος πεθαίνει πρόωρα αφήνοντας τον Τίμο νήπιο, είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Ιατρική (1857) με σπουδές στην Αθήνα και το Μονπελιέ. Αργότερα διορίζεται άμισθος πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνωρίζει και παντρεύεται την Καλλιόπη Χ΄΄Κεσαλή κόρη σιτεμπόρου από την Ανατολική Ρωμυλία. Ο Τίμος είναι ο μικρότερος αδερφός τεσσάρων παιδιών της οικογένειας. Ο Μενέλαος, η Θάλεια και η Χαρίκλεια είναι τα αδέρφια του. Μετά το θάνατο του Γεωργίου Μωραϊτίνη και την απώλεια της περιουσίας της Καλλιόπης Χ΄΄Κεσαλή (καίγονται οι σιταποθήκες της στην Πόλη), η οικογένεια Μωραϊτίνη αντιμετωπίζει μεγάλα οικονομικά προβλήματα που απειλούν και αυτήν ακόμη την επιβίωση της.
Θα συνέλθει όμως αργότερα οικονομικά και θα επονομαστεί «ο εφοπλιστής λόγιος», λόγω των μεγάλων εμπορικών επιτυχιών που σημείωναν τα θεατρικά του έργα και των μεγάλων αμοιβών που είχε από τις συνεργασίες του με εφημερίδες της εποχής, έως και πέντε, κάποιες φορές, ημερησίως. Ας σημειωθεί ότι είχε μια εκπληκτική και πρωτοφανή ευκολία στο γράψιμο. Αυτή η ευκολία, του επέτρεψε να απλώσει το ταλέντο του σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου.
Από το ξεκίνημα του καθιερώνεται ως σπουδαίος Χρονογράφος. Πρωτοεμφανίζεται, έφηβος ακόμη, στο ΣΚΡΙΠ το 1893 και στη συνέχεια το 1896 στο ΕΜΠΡΟΣ του Δημ. Καλαποθάκη. Αργότερα συνεργάζεται με την ΑΚΡΟΠΟΛΗ του Βλάσση Γαβριηλίδη, της οποίας γίνεται διευθυντής το 1905. Και για μισό αιώνα γράφει το καθημερινό πρωτοσέλιδο χρονογράφημα σε ημερήσιες εφημερίδες και σε περιοδικά. Παράλληλα δημοσιεύει ποιήματά του. Το οξύ και ανήσυχο δημοσιογραφικό του βλέμμα διατρέχει τη ζωή. Και την καταγράφει. Είναι μια εποχή που ήδη έχει θεμελιωθεί γερά από την προηγούμενη γενιά δημιουργών όπως ο Παπαρηγόπουλος, ο Καμπούρογλου, ο Ροϊδης, κ.α. Είναι η εποχή που ακμάζει η Αθήνα και που λίγο ήθελε να εξομοιωθεί με τα μεγάλα πνευματικά κέντρα του κόσμου.
Συνεργάζεται με την ΕΣΤΙΑ, την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, την ΑΘΗΝΑΪΚΗ, τους ΚΑΙΡΟΥΣ, το ΧΡΟΝΟ, την «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ» του Κορομηλά, τη ΒΡΑΔΥΝΗ κ.α. Το 1912 εκδίδει δική του εφημερίδα τα ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ. Η προσπάθεια αυτή ατύχησε λόγω στράτευσής του. Νωρίτερα έχει εκδόσει το περιοδικό «Νίκελ» σε συνεργασία με τον Γ. Πωπ. Το 1910 διορίζετε γραμματέας του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων. Το 1925 ξεκινάει η 25ετής συνεργασία του με το ΕΘΝΟΣ που συνέβαλε αποφασιστικά στον πολλαπλασιασμό της κυκλοφορίας της εφημερίδας. Χαρακτηριστική είναι η αφιέρωση του εκδότη της εφημερίδας Σπ. Νικολόπουλου πάνω στην αναμνηστική φωτογραφία για τα 20 χρόνια του ΕΘΝΟΥΣ: «Προς τον εξυπνότερον Αθηναίον.» «του γράφει». (βλπ. Φωτογραφίες)
Ήδη από το 1906 παραλαμβάνει στο θέατρο το νεοελληνικό κωμειδύλλιο και πλασάρει τη νεοελληνική σάτιρα των κοινωνικών πραγμάτων και εγκαθιστά το είδος της κωμωδίας που παίζεται μέχρι σήμερα. Το πρώτο του έργο το ανεβάζει το 1906. Είναι Ο ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ. Στην επιθεώρηση- με αποκορύφωμα το «Πανόραμα» που παιζόταν από το 1908 έως το 1922 – καλλιεργεί το είδος της παρισινής Revue που ενθουσιάζει το κοινό. Το 1908 ιδρύει μαζί με τον Ξενόπουλο, τον Χρηστομάνο, τον Τσοκόπουλο, τον Π. Χορν, το Δημητρακόπουλο, τον Λάσκαρη, τον Μελά, τον Άννινο, τον Γιαννουκάκη, τον Νιρβάνα κ.α. την Εταιρία των Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.
Αργότερα στη δεκαετία του 1920 ανεβάζει τις δύο φιλοσοφικές κωμωδίες («Αιωνία Ζωή» και «Άρχοντας του Κόσμου») που αποτελούν σταθμό στα θεατρικά μας χρονικά καθώς και τις πρωτότυπες κωμωδίες, τη θαυμάσια «Επιστροφή των Θεών» και το «Α Μπε Σε Ντε» που φέρνει σε αμηχανία τους συντηρητικούς κριτικούς της εποχής. Δίνει περίπου 40-45 θεατρικά και αποσπά τον τίτλο του «αγαπημένου συγγραφέα» (βλπ. Θέατρο, βλπ. Κριτικά Σημειώματα) του κοινού.
Η εποχή του Τίμου Μωραϊτίνη είναι η εποχή της μεγάλης άνθησης των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών. Η πολιτιστική έκρηξη που σημειώνεται και η επίδραση των διαφόρων ευρωπαϊκών ρευμάτων, παρασύρουν και την ελληνική διανόηση σε μια πλούσια και ποιοτική παραγωγή. Η Ελλάδα, ως νεοσύστατο κράτος, προσπαθεί να βρει την πολιτιστική της ταυτότητα. Το παρελθόν είναι βαριά κληρονομιά. Είναι η εποχή που ακμάζει η Αθήνα και που λίγο θέλει να εξομοιωθεί με τα μεγάλα πνευματικά κέντρα του κόσμου και με την αστική τάξη να βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη.
Άλλο στοιχείο καθοριστικό της εποχής εκείνης είναι ο φλογερός πατριωτισμός που διαπερνούσε τον κόσμο, αλλά και ο «Μεγαλοϊδεατιμός» που κατέληξε σε ήττα του ελληνικού στρατού το 1897 κατά τον «ατυχή πόλεμο», στον οποίο και πολέμησε ο Τίμος Μωραϊτίνης. Ο ίδιος έγραψε μετά την ήττα: «Στα πεδία των μαχών δεν ηττήθη ο ελληνικός στρατός. Ηττήθησαν οι ρήτορες του κοινοβουλίου.». Πάντως η απελευθέρωση εδαφών που ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί και η διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας ήταν κυρίαρχοι προσανατολισμοί των περισσοτέρων Ελλήνων, έως τη στιγμή που τσακιστήκαμε στο Μικρασιατικό μέτωπο.
Μέσα από αυτήν την εποχή, τη ντυμένη στο χακί, η διανόηση έδωσε το παρόν της με αξιόλογα πατριωτικά έργα, κυρίως ποιητικά. Ο Τίμος Μωραϊτίνης έχει αφήσει το έντονο αποτύπωμά του στην πατριωτική ποίηση, αλλά και μέσα από τις επιθεωρήσεις του.
Από τους ιδρυτές της ΕΣΗΕΑ (1914) και αργότερα πρόεδρός της, εισηγείται στις αρχές του 1940 την αγορά του νέο-κλασσικού του Τρικούπη στη γωνία Ακαδημίας και Βουκουρεστίου, που στεγαζόταν τότε η ΕΣΗΕΑ γιατί έβλεπε την επέκταση του πολέμου και στην Ελλάδα με συνέπεια η δραχμή να έχανε την αξία της, όπως και συνέβη. Το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ εγκρίνει παμψηφεί την πρόταση Μωραϊτίνη. Ο δημοσιογραφικός κόσμος της εποχής τον εμπιστεύεται και για το παροιμιώδες ήθος του και για τη διορατικότητα του. Ουδέποτε έπεσε έξω στις προβλέψεις του. Και είναι χαρακτηριστική η προφητικότητά του στον «Άρχοντα του Κόσμου». Στο έργο αυτό του 1928 έχει προβλέψει τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα αντισυλληπτικά, το skype, κ.α.
Το Μέγαρο που στέγαζε την ΕΣΗΕΑ και αγοράστηκε από τον Μωραϊτίνη, πουλήθηκε κατά τη διάρκεια της κατοχής και επανακτήθηκε μετά την απελευθέρωση με σχετικό νόμο για ακίνητα που είχαν πουληθεί στην κατοχή. Το κτήριο αυτό κατεδαφίστηκε (δυστυχώς) αργότερα και στη θέση του το 1961, ανεγέρθη το 7όροφο Μέγαρο της ΕΣΗΕΑ όπου και στεγάζεται μέχρι σήμερα. Η πρόβλεψη εκείνη του Τ.Μ. προίκισε τον δημοσιογραφικό κόσμο με ένα μεγάλο περιουσιακό στοιχείο.
Η απλότητα, το χιούμορ, η χάρη και η ευπρέπεια που διαπερνούν το έργο του συγγραφέα είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν και τον άνθρωπο. Πρόκειται για τις περιπτώσεις των δημιουργών εκείνων όπου το έργο τους «ταυτίζεται με τη ζωή τους». (βλπ. Κριτικά Σημειώματα) Γοητευτικά «νεανικός» και σε μεγάλη ακόμα ηλικία, χαριτωμένος και πάντα με το χιούμορ στα χείλη, περνάει μεγάλο μέρος της νεότητάς του στους στρατώνες. Πρωτοντύνεται στο χακί το 1897 και παίρνει μέρος στον Ατυχή Πόλεμο, τον Μακεδονικό Αγώνα, τους δυο Βαλκανικούς πολέμους και στην επιστράτευση του 1916. Παράλληλα έγραφε σε εφημερίδες και περιοδικά, εκδίδει ημερήσια εφημερίδα και περιοδικό, δημοσίευε ποιήματα και ανέβαζε τα θεατρικά του έργα χτίζοντας τη θεατρική του πολυώροφη οικοδομή. Αργυρόπουλος, Κοτοπούλη, Κυβέλη, Μυράτ είναι βασικοί ερμηνευτές αλλά και πολλοί άλλοι πρωταγωνιστές της εποχής που επιδίωκαν να ανεβάσουν Μωραϊτίνη.

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

Το 1940 καταθέτει, με το πρωτοσέλιδο χρονογράφημά του στο ΕΘΝΟΣ, ένα ανηλεές αντιφασιστικό καθημερινό σφυροκόπημα. Πρόκειται για ένα μοναδικό χρονικό της καθημερινότητας του πολέμου όπως το βίωνε ο ίδιος, όπως το βίωνε η Αθήνα και ο άμαχος πληθυσμός. Τι άκουγε, τι μάθαινε, πόσο τον επηρέαζε και με ποιο τρόπο, πως αξιολογούσε τα γεγονότα ο κόσμος, πως τα μετέφερε μέσα από τη στήλη του στο Μέτωπο που τον διάβαζαν, πως ενθάρρυνε τον αγώνα, αλλά και πως τα αξιολογούσε ένα από τα εντιμότερα πνεύματα της εποχής. Και αυτή είναι η μοναδικότητα του Χρονικού αυτού. Αργότερα, όταν μπαίνουν οι Γερμανοί και αρχίζει το δράμα της κατοχής, καταθέτει σε στίχους το σπαραγμό του. Οι στίχοι αυτοί μαζί με τα Χρονογραφήματα της περιόδου του πολέμου εκδόθηκαν στον τελευταίο (7ο) τόμο των ΑΠΑΝΤΩΝ του και κοσμούν πλέον την ανθολογία των κατοχικών γραμμάτων.
Το 1942 ανεβάζει δύο θεατρικά. Την «Κυρία που κοροϊδεύει» τον Ιανουάριο με τον Γιώργο Παπά, τον Σπ. Μουσούρη και την Μιράντα που σημείωσε μεγάλη επιτυχία και παιζόταν για μήνες, σε μια Αθήνα παγωμένη, χωρίς ηλεκτρικό και με απαγόρευση κυκλοφορίας. Το δεύτερο είναι το «Ένας καλός άνθρωπος» που ατύχησε λόγω … «χολέρας». (βλπ. Θέατρο) Αλλά ο πόλεμος και η κατοχή τον έχουν εξουθενώσει οικονομικά. Προστίθεται το γκρέμισμα του σπιτιού του, κατά το 1944, στα Δεκεμβριανά (άγνωστης προέλευσης όλμος, όπως υποστηρίζει η οικογένεια του) και ήδη αρχίζει η περιπέτεια της περιπλάνησης.
Το 1946 ο Μπάμπης Μαρκέτος, που μόλις έχει αγοράσει την ελληνόφωνη εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ» της Νέας Υόρκης, προτείνει στον Τίμο Μωραϊτίνη να εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη με την οικογένεια του. Ο Μαρκέτος επενδύει πολλά στην πέννα του συγγραφέα. Έτσι στις αρχές του 1947 προηγείται η γυναίκα του και το παιδί του στη Νέα Υόρκη.
Μετά τη βράβευσή του το 1947 από την Ακαδημία Αθηνών με την ανωτάτη τιμητική διάκριση -Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων- που δεν πάει στην τελετή να το παραλάβει και του το στέλνουν στο σπίτι (!)- ο Τίμος Μωραϊτίνης πηγαίνει στη Νέα Υόρκη. Η συνεργασία του με τον «Εθνικό Κήρυκα» είναι σε καθημερινή βάση και επιτυχής. Παράλληλα στέλνει καθημερινές ανταποκρίσεις στο ΕΘΝΟΣ στην Αθήνα, με τίτλο «Κάτω από τους ουρανοξύστες». Και προσθέτει έτσι ένα ακόμα κεφάλαιο στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις από Γαλλία και Ιταλία.
Ο Μωραϊτίνης όμως είναι στη βάση του ένας ρομαντικός ποιητής, ένας λυρικός και τρυφερός τροβαδούρος και η καρδιά του και ο νους του είναι στο προπολεμικό Παρίσι και βέβαια στην αγαπημένη του Αθήνα. Εντυπωσιάζεται από τη Νέα Υόρκη, θαυμάζει την Αμερική, η οποία όμως δε «μπαίνει» στο συναισθηματικό του χώρο. Ασφυκτιά. Και σε λιγότερο από τρία χρόνια τα παρατάει όλα και επιστρέφει, σε μιαν Αθήνα όμως ρημαγμένη και με τεράστιο στεγαστικό πρόβλημα. Δεν βρίσκει σπίτι. Ζητούνται προκαταβολές ενοικίων δύο ετών σε χρυσές λίρες. Όσο και αν συνήλθε οικονομικά στη Νέα Υόρκη δε μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές τις απαιτήσεις. Και αρχίζει η περιπέτεια των ξενοδοχείων.
Στο μεταξύ ο συγγραφέας συγκεντρώνει το υλικό και εκδίδει το τελευταίο του βιβλίο «Τα Ρωμαντικά Χρόνια της Αθήνας» που κυκλοφόρησε λίγο πριν πεθάνει. Το βιβλίο αυτό ήταν από τα αγαπημένα του έργα. Ήταν η Αθήνα της νεότητάς του, όπως και το μυθιστόρημά του «Ολόκληρη Ζωή» που αναφέρεται στην Αθήνα και την αθηναϊκή κοινωνία της ίδιας εποχής. Συμμετέχει στο σενάριο ενός κινηματογραφικού έργου μαζί με τον Ίωανα Νταϊφά για το δράμα των παιδιών της κατοχής και είναι το πρώτο αυτού του είδους. Έκτοτε γυρίστηκαν πολλά τέτοια και όχι πάντοτε καλής ποιότητας. Την εποχή εκείνη (1951) εμφανίζεται δυναμικά στο χώρο του ημερήσιου τύπου ο Γιάννης Παπαγεωργίου, ήδη εκδότης του επιτυχημένου περιοδικού ο «Θησαυρός» και ρίχνει στα περίπτερα ένα πρωτοποριακό ημερήσιο φύλλο, την ΑΘΗΝΑΙΚΗ, που τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της εφημεριδιακής πραγματικότητας της εποχής. Ο Μωραϊτίνης εγκαταλείπει το ΕΘΝΟΣ, που αδυνατούσε πλέον να καλύψει έστω και στοιχειωδώς τις ανάγκες των συνεργατών του και αποδέχεται την πρόταση του Παπαγεωργίου για συνεργασία.
Ανεβάζει το τελευταίο θεατρικό του «Πάτησε την πεπονόφλουδα» με τον Β. Λογοθετίδη και την Ι. Λιβυκού. Το πρόβλημα όμως της στέγης υπάρχει και η καθημερινότητα της Αθήνας είναι βαριά ακόμα. Η εικόνα της Αθήνας του Τίμου έχει αρχίσει και θολώνει. Ο ίδιος έχει αρχίσει ήδη και κουράζεται. Και η μόνη διέξοδος που βλέπει είναι να μετακομίσει στο Παρίσι.
Σε λίγο καιρό όμως το Σεπτέμβριο του 1952, ο Τίμος Μωραϊτίνης πεθαίνει ύστερα από κάταγμα στη λεκάνη και λανθασμένη, σύμφωνα με την οικογένειά του, ιατρική αντιμετώπιση. Η κηδεία του έγινε στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση και κατευθύνθηκε σε πομπή στη τελευταία του κατοικία στο Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών. «Έσβησε το χαμόγελο της Αθήνας» θα γράψει τότε ο Στρατής Μυριβήλης. Στον Τάφο του υπάρχει μαρμάρινη πλάκα που αποτυπώνει το εξώφυλλο του τελευταίου του βιβλίου «Τα Ρωμαντικά Χρόνια της Αθήνας» και επίσης χαραγμένο το επίγραμμα «Επιτέλους Εστεγάσθην» (βλπ. Διάφορα Βιογραφικά) σύμφωνα με επιθυμία του ίδιου που τη διατύπωσε λίγες μέρες προτού πεθάνει.
Για το σύνολο του έργου του, η Ακαδημία Αθηνών τον έχει τιμήσει με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων, την ανώτατη διάκριση στο χώρο των Γραμμάτων, ενώ, μετά το θάνατό του, ο Δήμος Αθηναίων έχει τοποθετήσει την προτομή του στην πλατεία, στο προαύλιο της Ρωσικής Εκκλησίας, στην είσοδο της Πλάκας που την έχει τραγουδήσει τόσο όμορφα. Δρόμοι της Αθήνας, αλλά και άλλων πόλεων, φέρουν το όνομά του.
Οι παρακάτω στίχοι με το πικρό χιούμορ προέρχονται από αυτόν τον Άνθρωπο που σκόρπιζε γενναιόδωρα το κέφι στην πλατεία:

ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Ένα πρωί ανοίγει η αυλαία,
Με γέλιο, με τραγούδι ή με κλάμα,
Κι αρχίζει η παράσταση. Το δράμα,
Δεν έχει τίτλο ούτε συγγραφέα.
Και ρόλους παίζουμε μεγάλους και σπουδαίους
Πότε τους ήρωες, τους δυστυχείς ή τους μοιραίους,
Πότε ιππότες με τη μάσκα την αστεία,
Πότε το δούλο, τον ελεύθερο, το σκλάβο,
Κι ακούγονται φωνές απ’ την πλατεία:
Μπράβο, Παλιάτσο! Μπράβο!
Το υστερνό το δάκρυ που θα τρέξη,
Θα ‘ναι του έργου η πράξη η τελευταία …
Τώρα θα έρθη άλλος θίασος να παίξη.
Εμείς ετελειώσαμε: ΑΥΛΑΙΑ.
Τι ήταν ο Τίμος Μωραϊτίνης; Ήταν ένας προικισμένος άνθρωπος που ευτύχησαν τα ελληνικά γράμματα και η ελληνική δημοσιογραφία να έχουν ιερέα τους. Όπως έγραψε ο Γιώργος Φτέρης «Ο Μωραϊτίνης και στα χρονογραφήματά του και στα θεατρικά του και στους στίχους του, είναι εκείνο που ξέρουμε και αγαπάμε. Κάτι το ιδιάζον».
Ποιος ήταν ο Τίμος Μωραϊτίνης; Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος ή μάλλον το συσκοτίζει περισσότερο σ’ αυτό το ποίημά του:

Ο ΑΛΛΟΣ

Κανείς δεν ξέρει κι ούτε θα με μάθη
Και ας διαβαίνω με τον κόσμο όλο μαζί,
Βαθιά, μεσ’ της ψυχής μου έχω τα βάθη
Τον άλλον που κλεισμένος πάντα ζη.
Με ξέρουν μόνον κάποιες ερημιές,
Εκεί που ανθίζουν τ’ άγρια τα κρίνα,
Του κάμπου τα λουλούδια, οι κυκλαμιές,
Κάποια φτωχά δρομάκια στην Αθήνα.
Κρυφομιλώ με τη μικρή μου καμαρούλα
Και, πού και πού, η σιωπή της μ’ απαντά.
Και τάπαμε πολλές φορές με τη βροχούλα
Στο παραθύρι μου κοντά.
Κανείς δεν ξέρει αυτόν που ‘χω στα βάθη.
Μα ποιος σκοτίσθηκε να μάθει…

Ο Μωραϊτίνης κατέθεσε μαζί με το έργο του την παραδειγματική του ευπρέπεια, και ένα ήθος παροιμιώδες. «Ήταν σεμνός και ποτέ δε μιλούσε για τον εαυτό του και τις επιτυχίες του.», γράφει ο Γιώργος Πράτσικας και προσθέτει:«Ο Μωραϊτίνης είχε μια σπάνια αρετή. Είχε ήθος.»